Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2026

Από τη διεθνή τάξη στη στρατηγική ρευστότητα: Η νέα πραγματικότητα της παγκόσμιας ασφάλειας

Firing toward Russian troops near Chasiv Yar in the Donetsk region, Ukraine, August 2024 Oleg Petrasiuk / Reuters
Tου Γιώργου Κατημερτζή
μέλους του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ)

Η διεθνής ασφάλεια εισέρχεται σε μία περίοδο βαθιάς αβεβαιότητας, όπου οι μηχανισμοί που επί δεκαετίες παρείχαν σχετική σταθερότητα φαίνεται να αποδυναμώνονται ή να αμφισβητούνται ανοιχτά. Η έννοια της «πολιτικής αποδόμησης», όπως αποτυπώνεται στη σύγχρονη διεθνή συζήτηση, περιγράφει μια στρατηγική συμπεριφορά κρατών και πολιτικών ηγεσιών που δεν επιδιώκουν τη βελτίωση ή τον εκσυγχρονισμό της παγκόσμιας τάξης, αλλά την ανατροπή της μέσω επιλεκτικής απόσυρσης, μονομερών ενεργειών και εργαλειοποίησης της ισχύος. Το αποτέλεσμα είναι η σταδιακή διάρρηξη της παγκόσμιας αρχιτεκτονικής ασφάλειας και η μετάβαση σε ένα σύστημα αυξημένης ρευστότητας και ανταγωνισμού.

Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία διαδραματίζει η μεταβολή της στρατηγικής συμπεριφοράς των Ηνωμένων Πολιτειών. Για δεκαετίες, η Ουάσιγκτον λειτουργούσε ως βασικός εγγυητής της μεταπολεμικής διεθνούς τάξης, επενδύοντας πολιτικό, στρατιωτικό και οικονομικό κεφάλαιο στη διατήρηση πολυμερών θεσμών και κανόνων. Σήμερα, ωστόσο, παρατηρείται μια σαφής στροφή προς μια περισσότερο συναλλακτική και εσωστρεφή αντίληψη της εξωτερικής πολιτικής, όπου η αξία των συμμαχιών και των διεθνών δεσμεύσεων κρίνεται με στενά βραχυπρόθεσμα κριτήρια κόστους και οφέλους. Η αλλαγή αντικατοπτρίζεται σε πρακτικές που αποδυναμώνουν την εμπιστοσύνη στο διεθνές σύστημα, όπως η αμφισβήτηση συμφωνιών ελέγχου εξοπλισμών, η επιβολή οικονομικών περιορισμών χωρίς συνεννόηση με συμμάχους και η περιορισμένη διάθεση ανάληψης ευθύνης σε περιφερειακές κρίσεις. Η σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής δέσμευσης δημιουργεί ένα κενό ισχύος και αξιοπιστίας, το οποίο δεν καλύπτεται αυτόματα από άλλους δρώντες, οδηγώντας σε αποσταθεροποιητικές δυναμικές.

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τις πιο άμεσες συνέπειες αυτής της εξέλιξης. Εθισμένη επί δεκαετίες στην αμερικανική στρατηγική ομπρέλα, καλείται πλέον να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της σε ένα διεθνές περιβάλλον όπου η ασφάλεια δεν είναι δεδομένη. Παρά τις προσπάθειες ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής συνεργασίας και της στρατηγικής αυτονομίας, η ήπειρος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά εμπόδια, όπως οι αποκλίσεις στις εθνικές στρατηγικές κουλτούρες, οι ανισότητες στις αμυντικές δυνατότητες και οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις. Για χώρες πρώτης γραμμής, όπως η Ελλάδα, η κατάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η αποσταθεροποίηση της διεθνούς τάξης συμπίπτει με την ενίσχυση αναθεωρητικών συμπεριφορών στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Η αβεβαιότητα ως προς τη σταθερότητα των συμμαχικών εγγυήσεων καθιστά αναγκαία μια πιο ενεργητική και πολυδιάστατη στρατηγική, η οποία να συνδυάζει την ενίσχυση της εθνικής αποτρεπτικής ισχύος με τη βαθύτερη εμπλοκή σε ευρωπαϊκά και περιφερειακά σχήματα συνεργασίας.

Παράλληλα, στον χώρο της Ασίας και του Ειρηνικού, η ρευστότητα του διεθνούς συστήματος οδηγεί τα κράτη σε στρατηγικές εξισορρόπησης και προσαρμογής. Η αμφιβολία για τη μακροπρόθεσμη αξιοπιστία των παραδοσιακών εγγυήσεων ασφαλείας ενθαρρύνει την ενίσχυση των εθνικών αμυντικών δυνατοτήτων, αλλά και την αναζήτηση ευέλικτων μορφών συνεργασίας που δεν βασίζονται αποκλειστικά σε μία δύναμη. Το φαινόμενο αυτό καταδεικνύει ότι η αποδόμηση της παγκόσμιας διακυβέρνησης δεν οδηγεί αναγκαστικά σε ένα νέο σταθερό σύστημα, αλλά σε ένα μωσαϊκό περιφερειακών ισορροπιών με αυξημένο κίνδυνο κρίσεων.

Η κρίση της διεθνούς ασφάλειας δεν περιορίζεται στο στρατιωτικό πεδίο. Η αποδυνάμωση των κανόνων και των θεσμών επεκτείνεται και στην παγκόσμια οικονομία, όπου οι περιορισμοί στο εμπόριο, οι παρεμβάσεις στις αλυσίδες εφοδιασμού και η εργαλειοποίηση της οικονομικής ισχύος υπονομεύουν την εμπιστοσύνη μεταξύ κρατών. Η σύγκλιση οικονομικής και στρατηγικής αντιπαράθεσης δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο ανασφάλειας, στον οποίο η συνεργασία υποχωρεί υπέρ της προστατευτικής και ανταγωνιστικής λογικής. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η κοινωνική διάσταση αυτής της αποδόμησης. Σε πολλές δυτικές κοινωνίες, η αίσθηση ανασφάλειας και η απογοήτευση από τους θεσμούς ενισχύουν πολιτικές δυνάμεις που αντιμετωπίζουν τη διεθνή συνεργασία ως βάρος και όχι ως πλεονέκτημα. Αντιθέτως, σε άλλες περιοχές του κόσμου, όπου η συμμετοχή στο διεθνές σύστημα συνδέεται με αναπτυξιακές προσδοκίες, παρατηρείται μεγαλύτερη διάθεση ενσωμάτωσης και προσαρμογής. Η ασυμμετρία αυτή επιτείνει το χάσμα αντιλήψεων και δυσχεραίνει τη διαμόρφωση κοινών στρατηγικών απαντήσεων.

Το κρίσιμο ερώτημα που αναδύεται είναι αν η παρούσα φάση συνιστά μια προσωρινή αναταραχή ή την απαρχή μιας βαθύτερης αναδιάρθρωσης του διεθνούς συστήματος. Τα σημερινά δεδομένα δείχνουν ότι η πολιτική αποδόμησης έχει ήδη αφήσει βαθύ αποτύπωμα, διαβρώνοντας την εμπιστοσύνη και ενισχύοντας τον κατακερματισμό. Σε αυτό το περιβάλλον, η ασφάλεια δεν μπορεί πλέον να βασίζεται σε αυτοματισμούς ή σε παγιωμένες αντιλήψεις του παρελθόντος.
Για την Ελλάδα και την Ευρώπη συνολικά, η πρόκληση είναι διττή. Αφενός, απαιτείται η ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας και της στρατηγικής ανθεκτικότητας απέναντι σε άμεσες απειλές. Αφετέρου, είναι αναγκαία η ενεργή συμβολή στη διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου διεθνούς συνεργασίας που, παρά τις δυσκολίες, θα επιδιώκει τη σταθερότητα μέσα από κανόνες και θεσμούς. Η εποχή της δεδομένης ασφάλειας έχει παρέλθει. Το ζητούμενο πλέον είναι η ικανότητα προσαρμογής και στρατηγικής πρόβλεψης σε έναν κόσμο όπου η αποδόμηση αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της διεθνούς πολιτικής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου