
Γράφει η Ελισάβετ Ιακωβίδου
Φιλόλογος, συγγραφέας
Η πολυαναμενόμενη, πολυσυζητημένη και πανάκριβη όπως διατείνονται χωρίς συστολή, τηλεοπτική σειρά της ΕΡΤ, Η ΜΕΓΑΛΗ ΧΙΜΑΙΡΑ του
Μ. Καραγάτση ατυχώς είναι μια μεγάλη “χίμαιρα”, όνομα και πράγμα.
Μια σκηνοθετική δουλειά χρηματοδοτούμενη από τα χρήματα των Ελλήνων φορολογούμενων, μια όντως “μεγάλη χίμαιρα” χωρίς επιμόρφωση και ψυχαγωγία εν τέλει, που δεν έχει καμία σχέση με το μεγάλο έργο ενός μεγάλου δημιουργού, του Μ.Καραγάτση.
Θωρώντας το από την σκοπιά της φιλολόγου που έχει μελετήσει ενδελεχώς το έργο του Μ. Καραγάτση και των λογοτεχνών της εποχής του και έχει δει τη μεταφορά του έργου στη θεατρική σκηνή, του Τάρλοου, εγγονού του Καραγάτση, μια αρκετά επιτυχημένη παράσταση που κατάφερε να περάσει ορισμένα από τα βαθιά μηνύματα του Καραγάτση στο κοινό.
Φυσικά και είναι εγγονός του και έχει ζήσει την ιστορία από μια άλλη πλευρά ίσως άγνωστη στο ευρύτερο κοινό αλλά είναι εξίσου απορίας άξιο είναι πως δέχτηκε να συμμετάσχει σαν ηθοποιός σε μια τέτοια παραγωγή που εκφράζει στο ελάχιστο το έργο του μεγάλου συγγενή του.
Μια πικρή γεύση η τηλεοπτική μεταφορά αλλά ευτυχώς με μικρή διάρκεια! Απογοητευτική έως απωθητική γιατί δεν κατάφερε να περάσει κανένα μήνυμα του συγκεκριμένου έργου του μεγάλου δημιουργού.
Για τον απλούστατο λόγο ότι έχει επικεντρωθεί μονομανώς σε ανούσιες αλλά και προκλητικές πέραν του δέοντος ερωτικές σκηνές λεπτομερών περιγραφών που δεν άπτονται των ενδιαφερόντων των σκεπτόμενων τουλάχιστον θεατών.
Γιατί εμμένει σε έναν ανέκφραστο, κουραστικό και εγωκεντρικό μονόλογο της ηρωίδας με ξενική προφορά και φυσικά καθόλου καλή άρθρωση που δυσκολεύει ακόμη και αυτούς με οξύτατη ακοή. Και φυσικά στο ελάχιστο εκπροσωπεί τη Μαρίνα του Καραγάτση σαν ηθοποιός.
Γιατί η κάμερα του κινείται ανάμεσα στις αργόσυρτες κινήσεις των πρωταγωνιστών, απέχοντας στην ουσία από τα μεγάλα γεγονότα απλά σα να μη συμβαίνουν, για παράδειγμα ο γάμος του ζευγαριού και το βενετσιάνικο και καθόλου ελληνικό παραδοσιακό καρναβάλι σε μια επαρχιακή πόλη, μέσα σε μια εξίσου καταθλιπτική, θλιβερή ατμόσφαιρα που δεν έχει σωτηρία.
Γιατί χρησιμοποιεί στα πλάνα του τα πιο σκούρα χρώματα της ελληνικής φύσης απαλλαγμένα όμως από λάμψη και φως. Γενικά δεν υπάρχει καθόλου φως κάτι που δημιουργεί στον θεατή κατάθλιψη και φοβερή ανία και στην ουσία καμία ουσία παρά μόνο συνουσία, παίζοντας η γράφουσα με τις λέξεις χάριν ευθυμίας.
Ούτε και τα ονόματα ορισμένων γνωστών ηθοποιών δε σώζουν το έργο από το “ναυάγιο” όπως συνέβη με το πλοίο ΜΑΡΙΝΑ.
Μάταια ελπίζοντας να ανακαλύψουμε κάπου το βαθύτερο νόημα του δημιουργού, που στην ουσία είναι οι ανθρώπινες σχέσεις, η αναζήτηση της ταυτότητας των ηρώων, του ψυχισμού τους εν γένει, η μάταιη πάλη τους με το κατεστημένο, η θέση τους στο κοινωνικό σύνολο σε συνάρτηση με τον ιδιαίτερο ψυχισμό του καθενός, η παρουσίαση μιας κοινωνίας άκρως συντηρητικής κυριαρχούμενης από μια ελίτ που προσπαθεί να επιβιώσει αλλά και βαθιά επικριτικής με στόχο την εκδίκηση όλων όσων καταφέρνουν να ξεπεράσουν τα επιτρεπτά σύνορα και να κάνουν τη μεγάλη ανατροπή.
Η ζωή είναι μια χίμαιρα φωνάζει ο Καραγάτσης αλλά όχι και χίμαιρα το έργο του όπως παρουσιάζεται γιατί ο συγγραφέας Καραγάτσης βρίσκεται πολλά χρόνια μπροστά από την εποχή του, τολμηρός, διεκδικητικός, αισθησιακός εφόσον ο έρωτας στα έργα του παίζει ένα πολύ σημαντικό ρόλο, αυτόν της επαφής των σωμάτων αλλά και ψυχών άπειρες φορές, της ολοκλήρωσης και της επιβεβαίωσης του ατόμου μέσα σε μια σκληρή ελληνική κοινωνία, διχασμένης ανάμεσα σε πολιτικές ίντριγκες και αρχέγονα έθιμα και δεισιδαιμονίες.
Τίποτα από όλα αυτά δεν καταφέρνει ο συγκεκριμένος σκηνοθέτης να περάσει στο θεατή. Κινείται απλά με ήρωες σιωπηλούς και αμέτοχους μπροστά στο καθημερινό γίγνεσθαι, σε με παράδοση συντηρητικής πραγματικότητας και σε ένα πεπρωμένο διαγεγραμμένο από το οποίο κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει.
Ο Καραγάτσης δεν ήταν μοιρολάτρης αν και σαν χαρακτήρας δύσκολος και απαιτητικός, εγωιστής και εγωκεντρικός. Ήταν ριζοσπάστης και προοδευτικός για την εποχή του για αυτό και κρατούσε αποστάσεις από τους μεγάλους ομοϊδεάτες του, πρώτα γιατί διαισθανόταν ότι σε καμία των περιπτώσεων δεν θα τον αποδέχονταν για τις νεωτεριστικές και ρηξικέλευθες ιδέες του και δεύτερον γιατί ένιωθε ότι του προκαλούσαν θλίψη αλλά και πλήξη τα έργα τους.
Μια θλιβερή μονοτονία πολύ μακριά από τα δικά του δεδομένα.
Αυτός ήταν ο Καραγάτσης και αυτός είναι μέσα από τα μεγάλα έργα και τώρα τη Μεγάλη Χίμαιρα.
Η σκηνοθετική δουλειά του Βαρδή Μαρινάκη και η επιμέλεια σεναρίου του Παναγιώτη Ιωσηφέλη κατά την ταπεινή άποψη μιας φιλότεχνης και καθόλου συντηρητικής φιλολόγου, με τα εκατομμύρια της ΕΡΤ από τις τσέπες των Ελλήνων φορολογουμένων να τρέχουν αλόγιστα προς αυτήν την κατεύθυνση, με μία εκκωφαντική δαπανηρή εξίσου διαφήμιση για την επερχόμενη μεγάλη παραγωγή, δεν κατάφεραν τελικά επιεικώς να ξεπεράσουν τη μετριότητα και όχι μόνο. Γιατί το αποτέλεσμα είναι η υποβάθμιση του έργου ενός μεγάλου δημιουργού και των βαθύτερων νοημάτων του.
Ίσως τελικά να φταίει το γεγονός της έλλειψης γνώσης και βαθιάς παιδείας πάνω σε ένα λογοτεχνικό έργο τέτοιου κύρους ώστε να μπορεί κατά προσέγγιση να αποδοθεί τηλεοπτικά ή σκηνικά.
Άλλωστε εκεί έγκειται η τέχνη του σκηνοθέτη να περάσει όλα αυτά τα μηνύματα στο ευρύτερο κοινό.
Αυτή η μεγάλη παραγωγή είναι όντως, όνομα και πράγμα, “μια μεγάλη χίμαιρα” που σε τελευταία ανάλυση δεν προσφέρει τίποτα στο ελληνικό κοινό πέρα από ένα διαφημιστικό θόρυβο γύρω από το όνομα που την εκπροσωπεί.
Εν ονόματι μιας τέχνης αφηρημένης, μοντέρνας ή κλασικής αμφισβητούνται τα πάντα με εύσχημες δικαιολογίες των ιθυνόντων της παραγωγής που δεν έχουν καμία σταθερή βάση και αξία ενώπιον της απτής πραγματικότητας που δεν είναι άλλη από το δημόσια αναγνωρισμένο και κλασικό πλέον έργο του μεγάλου Καραγάτση.
Κάπου ακούστηκαν τα κοκκαλάκια του να τρίζουν!
Τα σχόλια περιττεύουν.!
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου