Η «Νέα Μέση Ανατολή» και η υποβάθμιση του Ιράν είναι κοινός στόχος ΗΠΑ και Ισραήλ. Η θεωρία ότι ο Νετανιάχου παρέσυρε τον Τραμπ σε ένα αδιέξοδο πόλεμο είναι παραπλανητική επί της ουσίας – έστω κι αν ο πρώτος έχει τρόπους να «εκβιάζει» τον δεύτερο.
«Αυτός δεν είναι δικός μας πόλεμος», διεμήνυσαν ο καγκελάριος της Γερμανίας και η «υπουργός Εξωτερικών» της ΕΕ στον Τραμπ, όταν τους κάλεσε να συνδράμουν στρατιωτικά στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Ο δε πρόεδρος της Γαλλίας ξεκαθάρισε πως η χώρα του δεν πρόκειται να μετέχει σε μια τέτοια επιχείρηση όσο διαρκούν οι συγκρούσεις. Οι «27», μάλιστα, επιβεβαίωσαν αυτή τη στάση κατά τη σύνοδο κορυφής των Βρυξελλών, με επικλήσεις στο διεθνές δίκαιο – έστω κι αν ηχούν ακόμη στα αυτιά μας τα λόγια του Μερτς και της φον ντερ Λάιεν ότι είναι πλέον νεκρό.
Φαινομενικά, πρόκειται για «κωλοτούμπα» σε σύγκριση με την πρώτη τους αντίδραση μετά την έναρξη των αμερικανοϊσραηλινών βομβαρδισμών όταν, πλην ελάχιστων εξαιρέσεων, επικροτούσαν ουσιαστικά τον στόχο των Τραμπ και Νετανιάχου για «αλλαγή καθεστώτος», χρεώνοντας στην Τεχεράνη όλη την ευθύνη για τη νέα πολεμική ανάφλεξη. Μια πιο προσεκτική ματιά, όμως, οδηγεί σε διαφορετικό συμπέρασμα. Αφενός, επειδή πολλά κράτη-μέλη της ΕΕ εξακολουθούν να προσφέρουν στις ΗΠΑ (και το Ισραήλ) κάθε είδους διευκόλυνση για να εξαπολύουν τις επιθέσεις τους κατά του Ιράν. Αφετέρου, διότι κρατούν ανοιχτή την πόρτα στρατιωτικής εμπλοκής, όπως δείχνει και η κοινή ανακοίνωση Γερμανίας, Γαλλίας, Ιταλίας, Ολλανδίας και Βρετανίας που, μαζί με την Ιαπωνία, απαιτούν από την Τεχεράνη να ανοίξει το Ορμούζ, δηλώνοντας «ετοιμότητα συμβολής σε κατάλληλες προσπάθειες για να υπάρξει εγγύηση της ασφαλούς διέλευσης».
Το σίγουρο είναι πως οι τρεις εβδομάδες που έχουν μεσολαβήσει ήταν αρκετές για να συνειδητοποιήσουν οι Ευρωπαίοι πως εάν χωθούν σε αυτό το βαρέλι χωρίς πάτο θα κινδυνεύσουν να βγουν από εκεί βαριά λαβωμένοι. Γι’ αυτό και προτιμούν, για την ώρα, να συνεχίσουν να ασχολούνται πρωτίστως με τον «δικό τους πόλεμο», που μαίνεται επί τέσσερα και πλέον χρόνια στην Ουκρανία. Αφήνοντας Αμερικανούς και Ισραηλινούς να κάνουν τη «βρόμικη δουλειά» και ελπίζοντας σε μια αξιοπρεπή… μερίδα στην τελική μοιρασιά.
Η «Νέα Μέση Ανατολή» και η υποβάθμιση του Ιράν είναι κοινός στόχος ΗΠΑ και Ισραήλ. Η θεωρία ότι ο Νετανιάχου παρέσυρε τον Τραμπ σε ένα αδιέξοδο πόλεμο είναι παραπλανητική – έστω κι αν ο πρώτος έχει τρόπους να «εκβιάζει» τον δεύτερο
«Αποδυναμωμένο, αλλά άθικτο» το καθεστώς του Ιράν, εκτιμούν οι υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑΗ εξέλιξη του πολέμου τον οποίο κήρυξαν επισήμως, στις 28 Φεβρουαρίου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εναντίον του Ιράν επιβεβαιώνει ότι δεν πρόκειται για έναν ακόμη κρίκο στην αλυσίδα της αέναης αντιπαράθεσης στη Μέση Ανατολή. Έχουμε να κάνουμε, αντιθέτως, με την απόπειρα να γίνει το πιο αποφασιστικό βήμα προς την κατεύθυνση της «τελικής λύσης». Της δημιουργίας μιας «Νέας Μέσης Ανατολής», πάνω στις στάχτες της παλιάς, που θα μοιάζει με ορχήστρα την οποία θα διευθύνουν οι Αμερικανοί, με πρώτο βιολί τους Ισραηλινούς και μέλη της τα καθεστώτα της περιοχής που θα ακολουθούν πιστά την παρτιτούρα που έχουν συνθέσει ο Τραμπ, ο Νετανιάχου, τα επιτελεία τους και τα συμφέροντα που εκπροσωπούν.
Όλα όσα συμβαίνουν συνάδουν με το παραπάνω συμπέρασμα. Πρώτα από όλα, οι συνεχείς αποκαλύψεις που θέλουν τις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη να βρίσκονταν σε πολύ καλό δρόμο πριν εκδηλωθεί η επίθεση. Είναι κάτι, άλλωστε, που παραδέχθηκε ευθέως ο σύμβουλος εθνικής ασφαλείας της Βρετανίας, ο οποίος μετείχε στις συνομιλίες και δήλωσε στην Guardian ότι η τελευταία πρόταση της ιρανικής πλευράς έδειχνε να φέρνει πολύ κοντά μια συμφωνία για το πυρηνικό της πρόγραμμα.
Επιβεβαιώνεται, επίσης, από την ηχηρή παραίτηση του Τζο Κεντ, διορισμένου από τον Τραμπ στη θέση του επικεφαλής του Εθνικού Κέντρου Αντιτρομοκρατίας, η οποία συνοδεύτηκε από βαρύτατες καταγγελίες. «Δεν μπορώ να στηρίξω τον συνεχιζόμενο πόλεμο στο Ιράν με ήσυχη της συνείδησή μου (…) Το Ιράν δεν αντιπροσώπευε κανενός είδους άμεση απειλή για το έθνος μας και είναι σαφές ότι εμείς ξεκινήσαμε αυτόν τον πόλεμο, εξαιτίας της πίεσης από το Ισραήλ και από το ισχυρό του λόμπι στην Αμερική», αναφέρει χαρακτηριστικά στην επιστολή του.
Το αφήγημα της «τελικής λύσης» υπηρετούν και η συστηματική εξόντωση της ηγεσίας του Ιράν, τα στοχευμένα πλήγματα σε κέντρα διοίκησης στρατού, αστυνομίας και παραστρατιωτικών ομάδων, η καταστροφή των υποδομών της χώρας (ακόμη και τραπεζικών ή μονάδων αφαλάτωσης) – η προσπάθεια, με άλλα λόγια, να τσακιστεί η ραχοκοκαλιά που στηρίζει το σύστημα εξουσίας της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Εκεί εντάσσονται και οι επιθέσεις σε ενεργειακούς στόχους-κλειδιά, όπως ο βασικός κόμβος διακίνησης του ιρανικού πετρελαίου, στο νησί Χαργκ και το μεγαλύτερο κοίτασμα φυσικού αερίου στον Περσικό και σε όλο τον πλανήτη, στο Νότιο Παρς – που προκαλούν, όπως είναι αναμενόμενο, τα αντίποινα του Ιράν, με πλήγματα σε νευραλγικά σημεία της βιομηχανίας πετρελαίου και φυσικού αερίου των γειτονικών αραβικών κρατών.
Παρά το μεγάλο σοκ που προκαλείται διεθνώς από την κατακόρυφη αύξηση των τιμών στα ορυκτά καύσιμα και τις ελλείψεις που έχουν αρχίσει να γίνονται αισθητές, ακόμη και στις ΗΠΑ που θεωρητικά είναι αυτάρκεις, οι επιτιθέμενοι θεωρούν πως το ρίσκο που αναλαμβάνουν αξίζει μπροστά σε αυτά που (εκτιμούν ότι) έχουν να κερδίσουν εάν πετύχουν τον βασικό τους σκοπό: την άνευ όρων συνθηκολόγηση της Τεχεράνης, κάτι που θα σημάνει πως θα έχουν αφαιρέσει από τη γεωπολιτική και οικονομική εξίσωση τη βασική παράμετρο που δεν τους επιτρέπει να τη λύσουν βγάζοντας το αποτέλεσμα που επιδιώκουν.
Η αλήθεια, ωστόσο, είναι ότι κανείς πόλεμος στην ιστορία δεν κερδήθηκε στα χαρτιά προτού κριθεί στα πεδία των μαχών. Κι εδώ, όλα δείχνουν πως τα πράγματα δεν πάνε όσο περίφημα επιχειρεί να τα παρουσιάσει ο ασφυκτικός έλεγχος της πληροφόρησης και η προπαγάνδα Αμερικανών και Ισραηλινών. Το καθεστώς και ο στρατός του Ιράν, συνειδητοποιώντας ότι διακυβεύεται η ίδια τους η ύπαρξη, μοιάζουν αποφασισμένοι να τα παίξουν όλα για όλα. Αποδεικνύουν δε στην πράξη ότι, παρά τα ισχυρότατα πλήγματα που έχουν δεχθεί από έναν αντίπαλο με συντριπτική υπεροχή σε μέσα, διατηρούν τη δυνατότητα να ανταποδίδουν αποτελεσματικά. Έχουν καταφέρει δε να χτυπήσουν σημαντικούς αμερικανικούς και ισραηλινούς στόχους, βάσεις, κέντρα διοίκησης και κτίρια – ακόμη και για το «Τζέραλντ Φορντ», το μεγαλύτερο αεροπλανοφόρο των ΗΠΑ, υπάρχουν σοβαρές αμφιβολίες για την πραγματική αιτία της εσπευσμένης επιστροφής του στη Σούδα.
Από την πλευρά της, η αστική τάξη, αν και δεν απορρίπτει το σενάριο του συμβιβασμού, γνωρίζει πως εάν τον δεχθεί με τους όρους που της τίθενται θα μετατραπεί σε κομπάρσο στην περιοχή. Όσο για τον λαό, το μίσος που τρέφει μεγάλο μέρος του απέναντι στο καταπιεστικό καθεστώς μπορεί να μην έχει σβήσει, η επίθεση όμως που δέχεται η χώρα και η προφανής πλέον προσπάθεια να ταπεινωθεί προκαλεί αντίρροπες αντιδράσεις, φουντώνει τον πατριωτισμό και προκαλεί κύματα αποφασιστικότητας και αυτοθυσίας.
Την ίδια στιγμή, οι επιτιθέμενοι έχουν να λύσουν τα δικά τους προβλήματα, τα οποία μάλιστα διογκώνονται όσο δεν διαφαίνεται διέξοδος. Κι αν για το Ισραήλ, οι πρώτες ενδείξεις φανερώνουν μια κοινωνία που στη μεγάλη της πλειοψηφία στηρίζει τον Νετανιάχου και τον πόλεμο, στο όνομα του να «τελειώνουμε με το Ιράν», για τις ΗΠΑ και τον Τραμπ η κατάσταση είναι διαφορετική. Κάθε μέρα και εβδομάδα που περνά, το ερώτημα «και τώρα που το πάμε;» τίθεται πιο επιτακτικά, ειδικά καθώς οι επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών δηλώνουν ανοιχτά ότι το καθεστώς της Τεχεράνης, αν και αποδυναμωμένο, «παραμένει άθικτο».
Παράλληλα, μεγαλώνει και το οικονομικό κόστος, που πλήττει τόσο άμεσα τις τσέπες των Αμερικανών (ακρίβεια και άνοδος του πληθωρισμού) όσο και έμμεσα, με την «αιμορραγία» στον προϋπολογισμό – που, τελικά, επίσης θα βαρύνει τους ίδιους. Μέσα σε τρεις εβδομάδες, για του λόγου το αληθές, υπολογίζεται πως το αντίτιμο των επιθέσεων και των αντιποίνων φτάνει ή ξεπερνά τα 30 δισ. δολάρια και συνεχίζει να αυξάνεται εκθετικά, μεγαλώνοντας και τη «μαύρη τρύπα» του δημόσιου χρέους. Όλα αυτά δε, είναι βέβαιο ότι θα βαρύνουν καθοριστικά στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, πολύ περισσότερο που εξαρχής η πλειοψηφία δήλωνε αντίθετη με αυτόν τον πόλεμο.
Σε αυτό το φόντο, ο Τραμπ θα αναγκαστεί αργά ή γρήγορα να πάρει σημαντικές αποφάσεις. Είτε να κλιμακώσει περαιτέρω, πιθανώς και με στοχευμένη χερσαία επέμβαση σε συγκεκριμένες περιοχές του Ιράν, διακινδυνεύοντας να αναβιώσει τα φαντάσματα του Αφγανιστάν, του Ιράκ και του Βιετνάμ. Είτε να σταματήσει δηλώνοντας νικητής, χωρίς όμως να πείσει κανέναν ότι τα κατάφερε.
Είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, όμως, πρέπει να ηττηθεί. Γιατί αλλιώς, δεν θα σταματήσει στο Ιράν. Ούτε αυτός, ούτε ο Νετανιάχου, που ήδη χαράζει τα σύνορα του Μεγάλου Ισραήλ στο έδαφος του Λιβάνου, της Συρίας, της κατεχόμενης Παλαιστίνης.
Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν στο φύλλο 21-22 Μαρτίου 2026

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου