Από Ιωάννα Ηλιάδη
Το Πάσχα του 1941 συνέπεσε με βομβαρδισμούς, απώλειες και τη συνθηκολόγηση που άνοιξε τον δρόμο για την Κατοχή.
Το Πάσχα του 1941 βρήκε την Ελλάδα μέσα σε βομβαρδισμούς, συνθηκολόγηση και πολεμική κατάρρευση. Πώς έζησε η χώρα τη Λαμπρή της εισβολής.
Το Πάσχα του 1941 δεν έμεινε στην ελληνική μνήμη ως γιορτή. Έμεινε ως η στιγμή που η Μεγάλη Εβδομάδα ενώθηκε με την κατάρρευση του μετώπου, τους βομβαρδισμούς και τη συνθηκολόγηση. Η γερμανική εισβολή είχε αρχίσει στις 6 Απριλίου, η Θεσσαλονίκη είχε ήδη πέσει από τις 9 Απριλίου και, όσο πλησίαζε η Λαμπρή, η χώρα δεν ετοιμαζόταν για Ανάσταση αλλά για το τέλος μιας μάχης που είχε κριθεί στο πεδίο και επρόκειτο να σφραγιστεί πολιτικά και στρατιωτικά ανήμερα της γιορτής.
Η ίδια η ατμόσφαιρα της Μεγάλης Εβδομάδας δείχνει τι ζούσε ο άμαχος πληθυσμός. Στον Πειραιά, ύστερα από ακόμη έναν συναγερμό, η «Εστία» κατέγραφε τη Μεγάλη Πέμπτη έναν γέροντα να μονολογεί «Κλέφτη, κλέφτη! Να μας δώσεις πίσω το φως που μας πήρες από την Ολυμπία». Η μαρτυρία δείχνει μια κοινωνία εξαντλημένη από τις σειρήνες, τους φόβους και τη διαρκή αίσθηση ότι ο πόλεμος είχε ήδη μπει μέσα στις πόλεις. Η Αθήνα και ο Πειραιάς βομβαρδίζονταν επί ημέρες, οι κάτοικοι κλείνονταν στα σπίτια τους και η πασχαλινή κανονικότητα είχε διαλυθεί.
Η Κυριακή του Πάσχα, 20 Απριλίου 1941, συμπύκνωσε αυτή τη συντριβή. Την ίδια ημέρα ο στρατηγός Γεώργιος Τσολάκογλου ανέτρεψε πραξικοπηματικά τον διοικητή της Στρατιάς Ηπείρου Ιωάννη Πιτσίκα και υπέγραψε πρωτόκολλο ανακωχής με τον διοικητή της 1ης Μηχανοκίνητης Μεραρχίας SS, Ζεπ Ντίτριχ.
Η συνθηκολόγηση έγινε ανήμερα της μεγαλύτερης γιορτής της Ορθοδοξίας και γι’ αυτό η Λαμπρή του 1941 χαράχτηκε τόσο βαθιά στη συλλογική μνήμη. Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος έγραψε για «το απόγευμα της 20ής Απριλίου, Κυριακής του Πάσχα», που το φώτιζαν όχι τα κεριά της Αναστάσεως αλλά «οι φωτιές των φονικών βομβών των στούκας».
Την ώρα που υπογραφόταν η ανακωχή, ο πόλεμος συνέχιζε να θερίζει. Το αντιτορπιλικό «Ψαρά» βυθίστηκε μαχόμενο την Κυριακή του Πάσχα, 20 Απριλίου 1941, στον κόλπο των Μεγάρων, έπειτα από γερμανική αεροπορική επίθεση, με 37 νεκρούς από το πλήρωμά του. Την ίδια ημέρα εξελισσόταν πάνω από την Αθήνα και τον Πειραιά μεγάλη αερομαχία, γνωστή ως «Μάχη της Αθήνας», ενώ η Luftwaffe προσπαθούσε να διαλύσει ό,τι είχε απομείνει από την άμυνα και να αποτρέψει τη διαφυγή πλοίων προς την Αίγυπτο. Το Πάσχα εκείνο δεν είχε ούτε παύση πυρός ούτε στοιχειώδη ανακωχή του τρόμου.
Το ίδιο μεσημέρι, ανήμερα Πάσχα, γερμανικά αεροπλάνα βομβάρδισαν το Στρατιωτικό Νοσοκομείο Ιωαννίνων, που στεγαζόταν στη Ζωσιμαία Ακαδημία. Οι πηγές περιγράφουν ότι το κτίριο έφερε εμφανή σήμανση του Ερυθρού Σταυρού και ότι η βόμβα έπεσε πάνω σε χώρο όπου γιατροί, νοσοκόμες και τραυματίες βρίσκονταν εν ώρα υπηρεσίας ή νοσηλείας. Οι νεκροί υπολογίζονται σε πάνω από 50, ενώ άλλες αναφορές μιλούν για περίπου 60 θύματα. Η εικόνα είναι αρκετή από μόνη της για να εξηγήσει γιατί το Πάσχα του 1941 δεν χωρά σε καμία εύκολη αφήγηση περί «γιορτής εν μέσω πολέμου».
Το Πάσχα του 1941 δεν γιορτάστηκε όπως ένα συνηθισμένο Πάσχα. Οι πηγές που διαθέτουμε μιλούν για φόβο, βομβαρδισμούς, άμαχους που έμεναν κλεισμένοι στα σπίτια τους, πόλεις που δέχονταν επιθέσεις ακόμη και το Μεγάλο Σάββατο ή τη Δευτέρα του Πάσχα, και για μια χώρα που περνούσε από το μέτωπο στην Κατοχή. Από εκεί προέκυψε και ο χαρακτηρισμός «Πάσχα χωρίς Ανάσταση». Ήταν η ακριβής περιγραφή μιας Λαμπρής όπου αντί για ανάσταση κυριάρχησαν η παράδοση, ο θάνατος και η είσοδος της Ελλάδας στην πιο βαριά περίοδο του πολέμου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου