Τετάρτη 29 Απριλίου 2026

Η πρόταση Παπαδόπουλου για διχοτόμηση της Κύπρου

Κερύνεια, 20 Ιουλίου 1974. Η «παρουσία» του τουρκικού στρατού στην Κύπρο και η διχοτόμηση είχαν προ πολλού προβλεφθεί από τους εθνοσωτήρες | AP PHOTO
Η πρόταση Παπαδόπουλου για διχοτόμηση της Κύπρο
ΚΡΥΦΑ ΧΑΡΤΙΑ ΤΑΣΟΣ ΚΩΣΤΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΦΣΥΝ

Εναν μήνα μετά την 21η Απριλίου, ο ηγέτης της χούντας εισηγήθηκε στην Ουάσινγκτον διπλή Ενωση, με παραχώρηση ενός τμήματος της Κύπρου στην Τουρκία ● Κατά τη γνώμη του βασιλιά, ο Μακάριος θα χαιρόταν να πάρει το Πατριαρχείο της Αντιόχειας ως μέρος του συνολικού διακανονισμού ● Ο ίδιος ο βασιλιάς θεωρούσε πάντα πως ένας διακανονισμός για την Κύπρο έπρεπε πρώτα να κλειστεί ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία.

Μπορεί ο αόρατος δικτάτορας Ιωαννίδης να προκάλεσε την κυπριακή τραγωδία του 1974 με το πραξικόπημα κατά του Μακαρίου και τη συνακόλουθη τουρκική εισβολή, για την οποία όπως προκύπτει από τις τηλεφωνικές συνομιλίες Κίσινγκερ-Ετζεβίτ η αθηναϊκή χούντα είχε δώσει προκαταβολικά εγγυήσεις μη επέμβασης (βλ. «Hello! Hello! Εδώ Κίσινγκερ!», «Εφ.Συν.», 27/7/2024), η ιδέα όμως δεν ήταν αποκλειστικά δικιά του και καθόλου πρωτότυπη. Οπως διαπιστώνουμε από τα αποχαρακτηρισμένα έγγραφα του αρχείου του Αμερικανού τότε προέδρου Λίντον Τζόνσον, αναρτημένα εδώ και κάμποσο καιρό στο διαδίκτυο, το ίδιο ακριβώς σχέδιο είχε υποβάλει στην Ουάσινγκτον αμέσως μετά την πραξικοπηματική ανάρρησή του στην εξουσία και ο προηγούμενος δικτάτορας, Γεώργιος Παπαδόπουλος. Σε μεγάλο βαθμό, το συμμεριζόταν δε και ο τότε βασιλιάς Κωνσταντίνος.

Με άλλα λόγια, η εθνική και κοινωνική καταστροφή του 1974 δεν προέκυψε ως κεραυνός εν αιθρία, αλλά ως η τελική συνέπεια στρατηγικών επιλογών του ευρύτερου, τότε, σκληρού πυρήνα της εθνικοφροσύνης.
Η όποια διαφορά ανάμεσα στην πρωτοβουλία του Ιωαννίδη και τα προηγούμενα σχέδια έγκειται μάλλον στους ενδιάμεσους «εγγυητές» που οι εγχώριες χουντικές ηγεσίες είχαν επιλέξει: αν ο Παπαδόπουλος διαβίβασε την πρότασή του στην επίσημη διπλωματική αντιπροσωπεία των ΗΠΑ, ο «αόρατος δικτάτορας» που τον διαδέχτηκε αρκέστηκε προφανώς σε σκοτεινότερα δίκτυα, τις διαβεβαιώσεις των οποίων πήρε τοις μετρητοίς. Αποδεικνύοντας, για ακόμα μια φορά, πως η βλακεία και ο εθνικισμός αποτελούν συνήθως μεγέθη ευθέως ανάλογα.

Ας έρθουμε, όμως, σε αυτό καθαυτό το αντικείμενο του σημερινού επετειακού μας αφιερώματος. Πρόκειται για μια ιστορία λίγο-πολύ άγνωστη στη «δημόσια» τουλάχιστον ιστορία (και κατ’ επέκταση στη συλλογική συνείδηση), που ακροθιγώς μόνο έχει απασχολήσει και τους επαγγελματίες ιστορικούς - παρ’ όλο που, όπως είπαμε ήδη, τα σχετικά τεκμήρια είναι από καιρό ευρέως προσβάσιμα μέσω διαδικτύου. Από την πρόσφατη βιβλιογραφία, σχετική αναφορά (με παραπομπή σε διαφορετικό αρχείο) εντοπίστηκε μονάχα στο βιβλίο του Σωτήρη Ριζά «Η ελληνική πολιτική μετά τον εμφύλιο πόλεμο» (Αθήνα 2008, σελ. 478-480). Χαρακτηριστική είναι, αντίθετα, η απουσία οποιασδήποτε μνείας στο ογκώδες πόνημα του καθηγητή Αγγελου Συρίγου («Ελληνοτουρκικές σχέσεις», Αθήνα 2015).

Διχοτόμηση και πραξικόπημα

Η ιστορία μας ξεκινά στις 16 Μαΐου 1967, σχεδόν έναν μήνα μετά το πραξικόπημα, όταν ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα Φίλιπς Τάλμποτ ενημερώνει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ και τους συναδέλφους του στην Αγκυρα και τη Λευκωσία για την πρόταση Παπαδόπουλου:

«1. Ο [λογοκριμένο] τηλεφώνησε στον υπαρχηγό της αποστολής χθες κι εξέθεσε μια πιθανή λύση του Κυπριακού με βάση τον παρακάτω τρόπο:

α) Κατ’ αρχάς μυστικές συνομιλίες των κυβερνήσεων Ελλάδας-Τουρκίας για να σχεδιάσουν λύση όπως εκτίθεται παρακάτω.

β) Παραχώρηση της χερσονήσου της Καρπασίας στην Τουρκία, ανατολικά της γραμμής που συνδέει χοντρικά τη Μοναργά (στην ακτή βορείως της Αμμοχώστου) μέχρι την Επτακώμη στα βορειοδυτικά.

γ) Οι Τουρκοκύπριοι θα μπορούν να μετακινηθούν σ’ αυτή την περιοχή ή να παραμείνουν στην ελληνική επικράτεια με τα ίδια δικαιώματα όπως και οι εθνοτικά Τούρκοι στη Θράκη.

δ) Ναυτική βάση με αρχηγείο του ΝΑΤΟ στη Μοναργά με διοίκηση που θα εναλλάσσεται κάθε μήνα μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων. Η βάση πιθανόν δεν θα είναι μια περίπλοκη εγκατάσταση.

ε) Οι Τούρκοι θα έχουν το δικαίωμα να εγκαταστήσουν στρατεύματα στην τουρκική περιοχή της Κύπρου.

στ) Μετά το κλείσιμο συμφωνίας με την τουρκική κυβέρνηση, ο Μακάριος και ο Γρίβας θα προσκληθούν στην Αθήνα για να συναινέσουν. Αν δεν συναινέσουν, οι ελληνικαί δυνάμεις στην Κύπρο θα αναλάβουν τον έλεγχο και η Ενωση θα κηρυχθεί για ολόκληρο το νησί.

ζ) Ενα μήνα μετά την Ενωση, η περιοχή της Καρπασίας θα παραχωρηθεί στην Τουρκία.

2. Ο [λογοκριμένο] δήλωσε πως αυτό το σχέδιο, που αυτός και ο Παπαδόπουλος είχαν συζητήσει στο παρελθόν, θα μπορούσε να είναι ένα απ’ αυτά που η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να εξετάσει τις αμέσως επόμενες μέρες. Ζήτησε από το Στέιτ Ντιπάρτμεντ να το σχολιάσει.

3. Τα παραπάνω είναι εμφανώς εξαιρετικά ευαίσθητες πληροφορίες» (No.5298, Απόρρητο, LBJ Presidential Library, National Security Files, Country Files, Box 126.6, έγγρ. 18).
Η πρόταση Παπαδόπουλου για διχοτόμηση της Κύπρου, που ο Φαρμάκης μετέφερε στους Αμερικανούς. Η γαλάζια γραμμή διαχωρίζει το τμήμα της Καρπασίας που προοριζόταν για την Τουρκία.

Το όνομα του απεσταλμένου του Παπαδόπουλου έχει λογοκριθεί στο συγκεκριμένο έγγραφο, όχι όμως και στην απάντηση του υπουργού Εξωτερικών Ντιν Ρασκ προς τις τρεις πρεσβείες, που εντοπίστηκε σε άλλο φάκελο του ίδιου αρχείου (Ουάσινγκτον 16.5.1967, Νο.195832, όπ.π., Box 126.7, έγγρ. 60). Εκεί πληροφορούμαστε πως πρόκειται για τον τακτικό συνομιλητή της πρεσβείας Νικόλαο Φαρμάκη - παλιό Χίτη επί Κατοχής και Δεκεμβριανών, υπασπιστή του Παπάγου και του Κανελλόπουλου τη δεκαετία του 1950, πρόεδρο της νεολαίας και βουλευτή της ΕΡΕ στη συνέχεια, άτυπο καθοδηγητή της ΕΚΟΦ και εισηγητή δικτατορικών λύσεων επί Καραμανλή, που μετείχε ενεργά στο πραξικόπημα και προαλειφόταν για υπουργός Εξωτερικών της χούντας, περιορίστηκε όμως τελικά στον ρόλο απλού συμβούλου του Παπαδόπουλου καθώς το υπουργείο δόθηκε στον διπλωμάτη (και πρώην Υπ.Εξ.) Παύλο Οικονόμου-Γκούρα.

21 Απριλίου 1967. Ο Νίκος Φαρμάκης (κέντρο) στο αυτοκίνητο που μεταφέρει τους ηγέτες της χούντας για υπουργοποίηση. Ο Παπαδόπουλος τον προόριζε για υπουργό Εξωτερικών, αλλά τελικά περιορίστηκε στο παρασκήνιο

Στην απάντησή του, ο Ρασκ εκφράζει τη χαρά του για την κατάθεση «συγκεκριμένων προτάσεων» από τον δικτάτορα και συνιστά να υποβληθούν στην Αγκυρα, η οποία προβλέπεται όμως να έχει την τελευταία λέξη:

«1. Σκεφτόμαστε ν’ απαντήσουμε στον Φαρμάκη με τον παρακάτω τρόπο: “Εκτιμάμε το γεγονός πως ενημερωθήκαμε για τις σκέψεις της ελληνικής κυβέρνησης πάνω στο Κυπριακό πρόβλημα και χαρήκαμε μαθαίνοντας πως η ελληνική κυβέρνηση μελετά συγκεκριμένες προτάσεις για επισκόπηση με τους Τούρκους. Εξακολουθούμε ωστόσο να πιστεύουμε πως αυτό είναι ένα ζήτημα που μπορεί να συζητηθεί μονάχα μεταξύ των ενδιαφερόμενων πλευρών και προτιμάμε να μην κάνουμε ουσιαστικά σχόλια πάνω στις προτάσεις. Εισηγούμαστε να υποβληθούν αυτές στην κυβέρνηση της Τουρκίας”.

2. Θα εκτιμούσαμε τα σχόλια των παραληπτών πάνω στη λύση Φαρμάκη και στην προτεινόμενη απάντηση του Υπουργείου, προτού πάρουμε τελική απόφαση».
Αριστερά, ο Φαρμάκης με τον Καραμανλή, την εποχή της συνεργασίας τους, και δεξιά, με τον ΝΑΤΟϊκό διοικητή, στρατηγό Νόρσταντ [«ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΗ», 24/4/1967]

Τρεις μέρες μετά, ο Ρασκ διαβιβάζει πάλι στους πρέσβεις σε Ελλάδα και Τουρκία το «πολύ συναφές ερώτημα» του συναδέλφου τους στη Λευκωσία, «αναφορικά με το ποιο καθεστώς θα έχει ενδεχομένως η φόρμουλα του Φαρμάκη, αν έχει». Καταλήγει δε στην εκτίμηση ότι, «προτού μπούμε σε περαιτέρω διάλογο μαζί του, φαίνεται φρόνιμο να προσπαθήσουμε να πληροφορηθούμε για τις συζητήσεις πάνω στο Κυπριακό πρόβλημα που αναμένεται να λάβουν χώρα μεταξύ του βασιλιά και της ελληνικής κυβέρνησης» (Νο 198203, Απόρρητο, όπ.π., Box 126.7, έγγρ. 59).

«Αντίβαρο» στο ΑΚΕΛ

Μια πρώτη γεύση για τις απόψεις που κυκλοφορούσαν στους κύκλους της βασιλόφρονος Δεξιάς παίρνουμε από το «μνημόνιο συνομιλίας» του σταθμάρχη της CIA στην Αθήνα, Τζον Μόρι, με τον φίλο και τακτικό συνομιλητή του Σπύρο Θεοτόκη - τέως υπουργό του Καραμανλή, υπουργό Εσωτερικών της τελευταίας προδικτατορικής κυβέρνησης και μελλοντικό ηγέτη της ακροδεξιάς «Εθνικής Παρατάξεως» στη Μεταπολίτευση (NARA RG 59, Greece 1963-1967, Box 8, f.2400784).

Η σαφήνεια των συμβουλών του αποτυπώνει με τον σαφέστερο δυνατό τρόπο, όχι μόνο τις τότε προτεραιότητες της εθνικοφροσύνης (και την ασφυκτική διαπλοκή της τελευταίας με τον υπερατλαντικό παράγοντα), αλλά και την εγγενή σύνδεση της «εθνικής» στοχοθεσίας των ημερών με τις προτεραιότητες του αντικομμουνιστικού αγώνα:

«1. Κατά τη διάρκεια συνομιλίας στις 19 Μαΐου, ο Θεοτόκης έκανε τις ακόλουθες επισημάνσεις:

α. Ανησυχεί για τη σχεδόν πλήρη απομόνωση του βασιλιά από οποιονδήποτε μπορεί να του δώσει ενημερωμένες και ώριμες συμβουλές. Απαιτεί να καλύψει ο πρέσβης με κάθε δυνατό τρόπο αυτή την ανάγκη παραμένοντας σε στενή επαφή με τον βασιλιά, όχι μόνο για να τον κρατά ενημερωμένο, αλλά και για να του δίνει αμερόληπτες συμβουλές.

β. Ο Θεοτόκης αισθάνεται ότι τώρα είναι η ιδανική στιγμή για να σπρωχτεί μια λύση στο Κυπριακό. Επισημαίνει πως η παρούσα κυβέρνηση, απαλλαγμένη από την πίεση του κοινού, έχει μοναδική ευελιξία απ’ αυτή την άποψη κι επιπλέον φαίνεται αγχωμένη να κερδίσει εύσημα για επιτυχία εκεί όπου οι προηγούμενες κυβερνήσεις είχαν αποτύχει.

2. Προεκτείνοντας αυτό το τελευταίο σημείο, ο Θεοτόκης εξήγησε πως θα έπρεπε να ενθαρρύνουμε και να πιέσουμε την παρούσα κυβέρνηση να προχωρήσει γρήγορα στο Κυπριακό· οι ακριβείς όροι του διακανονισμού δεν είναι και τόσο σημαντικοί. Ωστόσο, σημαντικό πράγμα είναι να διατηρήσουν οι Τούρκοι μια “παρουσία” στο νησί. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί είτε με “διπλή Ενωση” που θα έδινε στους Τούρκους ένα μόνιμο κομμάτι εδάφους, είτε με την εγκαθίδρυση μιας σημαντικής τουρκικής βάσης σε μόνιμη βάση ή επ’ αόριστον. Σε κάθε περίπτωση, η τουρκική παρουσία είναι βασική ως αντίβαρο στο πολύ επικίνδυνο δυναμικό του ΑΚΕΛ. Με άλλα λόγια, διατηρώντας ένα προγεφύρωμα στο νησί οι Τούρκοι θα μπορούσαν να υπολογίζονται ως βοήθεια για την αποτροπή της κομμουνιστικοποίησης του νησιού υπό την αιγίδα του ΑΚΕΛ».
Βασιλικές εκμυστηρεύσεις

Την ίδια μέρα με τη συνομιλία Μόρι-Θεοτόκη, ο Τάλμποτ συναντά τον βασιλιά και ενημερώνει το Στέιτ Ντιπάρτμεντ για τις απόψεις του (19.5.1967, No.5374, Απόρρητο, LBJ Presidential Library, όπ.π., Box 126.6, έγγρ. 18). Η κουβέντα τους περιστρέφεται κυρίως στο μέλλον του Μακαρίου, όταν αυτός θα μείνει άνεργος καθώς η επιδιωκόμενη «επίλυση του Κυπριακού» προϋποθέτει κατάργηση της Κυπριακής Δημοκρατίας:

«1. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, που επί ένα τριήμερο ήταν άρρωστος με “γρίπη ή απλώς αντίδραση”, λίγο μόνο φρέσκο φως έριξε στις εξελίξεις του Κυπριακού κατά τη συνομιλία μας την Παρασκευή [19/5]. Επρόκειτο να δει τον [Κύπριο Υπ.Εξ.] Κυπριανού το Σάββατο. Αισθανόταν πως ο Μακάριος μπορεί να είναι μάλλον ανήσυχος τώρα, βλέποντας πως οι Τούρκοι διάκεινται σχετικά καλά απέναντι στη νέα ελληνική κυβέρνηση κι αυτός δεν έχει καμιά απολύτως ευκαιρία να παίζει τη μια ελληνική μερίδα ενάντια στην άλλη. […] Ο ίδιος ο βασιλιάς θεωρούσε πάντα πως ένας διακανονισμός για την Κύπρο έπρεπε πρώτα να κλειστεί ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Συμφώνησα.

2. Συλλογιζόμενος το μέλλον του Μακαρίου, αν η ελληνική κυβέρνηση καταλήξει σε συμφωνία με την Τουρκία, ο βασιλιάς θυμήθηκε πως είχε από καιρό εργαστεί (όπως για πρώτη φορά ανέφερε στον υπουργό Εξωτερικών [Ντιν] Ρασκ όταν συναντήθηκαν στην κηδεία του Τσόρτσιλ) για να γίνει ο Μακάριος πατριάρχης Αντιοχείας, όταν τακτοποιηθεί το Κυπριακό. […]

3. Σύμφωνα με τον βασιλιά, ο Μακάριος έχει δείξει διακριτικά ενδιαφέρον να γίνει πατριάρχης. Γνωρίζοντας ότι σε κάθε περίπτωση αυτή ήταν η πρόθεση του αρχιεπισκόπου, ο βασιλιάς τον συμβούλευσε να παραμείνει πρόεδρος της Κύπρου μέχρι να επιλυθεί το ζήτημα του νησιού. Κατά τη γνώμη του βασιλιά, ο Μακάριος θα χαιρόταν να πάρει το Πατριαρχείο της Αντιόχειας ως μέρος του συνολικού διακανονισμού.

4. Ο βασιλιάς περιέγραψε τα παραπάνω σχόλια ως “όλα απολύτως άκρως απόρρητα”».

Από το ημερολόγιο του αυλάρχη του βασιλιά, γνωρίζουμε πως ακολούθησαν συσκέψεις του για το Κυπριακό με τον πρωθυπουργό Κόλλια και τον Υπ.Εξ. Γκούρα (3/6) και την ηγεσία της χούντας (6/6). Τα αποτελέσματά τους θα γνωστοποιηθούν στην Ουάσινγκτον μέσω του Αμερικανού πρέσβη (8.6.1967, No.5689, Απόρρητο, όπ.π., Box 126.6, έγγρ. 9). Τα ανταλλάγματα που προτείνονται στην Αγκυρα για την Ενωση είναι εδώ σαφώς πιο περιορισμένα απ’ ό,τι στο μήνυμα Παπαδόπουλου-Φαρμάκη:

«1. Ο υπουργός Εξωτερικών Γκούρας μου είπε σήμερα ότι θα είναι εξουσιοδοτημένος ν’ αλλάξει κάπως την ελληνική προσφορά για την Κύπρο όταν συναντηθεί με τον [Τούρκο Υπ.Εξ.] Τσαγλαγιανγκίλ στη συνάντηση υπουργών του ΝΑΤΟ. Ως εναλλακτική στη φόρμουλα της “ΝΑΤΟϊκής βάσης” (ATHENS 4296), θα είναι σε θέση να προωθήσει την ιδέα μιας μακροχρόνιας ενοικίασης της βάσης της Δεκέλειας για αποκλειστική χρήση από τους Τούρκους. Είπε πως η παρούσα κυβέρνηση τρέφει μεγάλες ελπίδες πως αυτή η προσπάθεια να δοθεί στους Τούρκους αυτοτελής παρουσία στο νησί θα επιτρέψει στις κυβερνήσεις της Ελλάδας και της Τουρκίας να καταλήξουν σε συμφωνία για την Κύπρο και κατόπιν σ’ έναν συνολικό διακανονισμό των ελληνοτουρκικών διαφορών. Αφ’ ής στιγμής επιτευχθεί αυτό, είπε, το εναπομείναν ζόρικο πρόβλημα για τους Ελληνες θα είναι πώς να χειριστούν τον Μακάριο, που είναι βέβαιο πως θα διαφωνήσει με την τελευταία φόρμουλα.

2. Ο Γκούρας ζήτησε απόλυτη προστασία αυτής της πληροφορίας για να μη φτάσει στους Κυπρίους ή τους Τούρκους».

Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος ήταν πάντως αρκετά πιο γαλαντόμος, στις κατ’ ιδίαν τουλάχιστον συζητήσεις του με τον πρέσβη της υπερδύναμης, όπως διαπιστώνουμε από την επόμενη αναφορά του Τάλμποτ, τρεις μέρες αργότερα (11.6.1967, No.5719, Απόρρητο, όπ.π., Box 126.6, έγγρ. 8):

«Συζητώντας το Κυπριακό το βράδυ του Σαββάτου [10/6], ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ρώτησε αν οι ΗΠΑ θα υποστήριζαν την ιδέα μιας μακροχρόνιας (για δυο ή τρεις γενιές) εκμίσθωσης στρατιωτικής βάσης στην Τουρκία. Επανέλαβα ότι μας είναι δύσκολο να υπεισέλθουμε στις αρετές του διακανονισμού, που πρέπει σε τελική ανάλυση να ικανοποιεί τις ελληνικές και τουρκικές στρατηγικές επιταγές μάλλον παρά τις αμερικανικές. Ρώτησα, παρ’ όλα αυτά, αν η ελληνική κυβέρνηση έχει σκεφτεί κάποιο περαιτέρω γλυκαντικό, αν η ιδέα της εκμίσθωσης ή του δανεισμού αποδεικνυόταν ελκυστική για τους Τούρκους αλλά όχι επαρκής για το κλείσιμο της συμφωνίας. Μιλήσαμε για την πιθανή παραχώρηση του Καστελόριζου. Ο βασιλιάς σκέφτηκε πως η παρούσα ελληνική κυβέρνηση θα ήταν διατεθειμένη να συμφωνήσει σ’ αυτό, αφού ιδίως έχει βρει τους υπουργούς παθιασμένους να τακτοποιήσουν το ζήτημα με την Τουρκία, οι οποίοι πιστεύουν πως οι Τούρκοι αδημονούν κι αυτοί για διακανονισμό. Εκτιμώντας πως ο Γκούρας κι ο Τσαλαγιανγκίλ ενδέχεται να παζαρέψουν απλώς στο Λουξεμβούργο, δήλωσε πως εξακολουθεί να τον απασχολεί πώς θα εξαναγκάσει τον Μακάριο να συμμορφωθεί».
Η σκιά των τανκς
Λευκωσία, 15 Ιουλίου 1974. Επτά χρόνια μετά τις προτάσεις Παπαδόπουλου-Φαρμάκη, ο Ιωαννίδης κάνει το πρώτο βήμα για την υλοποίησή τους | AP PHOTO

Η λύση που εξεταζόταν γι’ αυτό το τελευταίο δεν διέφερε και πολύ από το εγκληματικό εγχείρημα του Ιωαννίδη, επτά χρόνια αργότερα. Στις 30 Ιουνίου, ο Ρασκ ενημερώνει έτσι τις αμερικανικές πρεσβείες στην Αθήνα, την Αγκυρα, τη Λευκωσία και το Λονδίνο πως «το Στέιτ Ντιπάρτμεντ πιστεύει ότι τις τελευταίες μέρες υπάρχει ένας αριθμός ενδείξεων για πιθανή ενέργεια της ελληνικής κυβέρνησης κατά του Μακαρίου στο άμεσο μέλλον, για να επιβάλει έναν διακανονισμό του Κυπριακού τύπου Ενωσης, στη βάση πιθανόν μιας προηγούμενης συμφωνίας των κυβερνήσεων Ελλάδας-Τουρκίας που περιγράφεται στο αναφερόμενο έγγραφο Α [NICOSIA 1935]. […] Οι Βρετανοί εδώ μας ενημερώνουν πως ο γενικός διευθυντής του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών δεν φάνηκε καθόλου ανήσυχος από τις ιστορίες για ενδεχόμενο πραξικόπημα στην Κύπρο, όταν το ζήτημα τέθηκε από τον Βρετανό πρέσβη στην Αγκυρα. Η απουσία αντιδράσεων μπορεί ν’ αντανακλά πως οι Τούρκοι έχουν στην πραγματικότητα βολιδοσκοπηθεί κι ενημερωθεί.

Ο Βρετανός πρέσβης στην Αθήνα έθεσε το ζήτημα στον Οικονόμου-Γκούρα, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του εγγράφου Γ [LONDON 10717]. Ο Οικονόμου-Γκούρας φέρεται να του απάντησε ότι μπορούσε να δώσει στον πρέσβη “κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις” πως η ελληνική κυβέρνηση δεν θα έκανε το παραμικρό δίχως να συμβουλευθεί την τουρκική. Αυτό ίσως υποδεικνύει πως η ελληνική κυβέρνηση βολιδοσκοπεί τους Τούρκους για ενδεχόμενη κίνηση κατά του Μακαρίου».

Το έγγραφο κλείνει με την οδηγία πως «η πρεσβεία της Λευκωσίας πρέπει να είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη για οποιαδήποτε ύποπτη κίνηση ανδρών κι εξοπλισμού. Για προφανείς λόγους, επιβάλλεται να μη δώσουμε -επαναλαμβάνω, να μη δώσουμε- ενδείξεις πως υποπτευόμαστε τις ελληνικές προθέσεις» (30.6.1967, Νο. 220335, Απόρρητο, όπ.π., Box 126.7, έγγρ. 58).
Φιλοπόλεμα μαθητικά συλλαλητήρια υπέρ της Ενωσης στη Λευκωσία (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1967). Εν αγνοία των αφελών εθνικιστών, η διχοτόμηση ήταν συστατικό στοιχείο του σχεδίου | AP PHOTO

Η συνέχεια της υπόθεσης είναι λίγο-πολύ γνωστή: φιάσκο των ελληνοτουρκικών πανηγυρικών διαπραγματεύσεων στον Εβρο (9-10/9), αιματηρή επίθεση της Εθνικής Φρουράς σε τουρκοκυπριακούς θύλακες (15/11), απειλή τουρκικής εισβολής και εσπευσμένη αποχώρηση της ελληνικής μεραρχίας από την Κύπρο. Για λόγους χώρου, δεν είναι δυνατόν να επεκταθούμε εδώ σ’ όλα αυτά. Η (μέσω Φαρμάκη) πρόταση του Παπαδόπουλου εξακολουθούσε πάντως να λαμβάνεται υπόψη, ακόμη και στις παραμονές της ελληνοτουρκικής διαπραγμάτευσης.

Οταν στις 8 Σεπτεμβρίου ο πρώην υπουργός της ΕΡΕ Παναγής Παπαληγούρας ενημέρωσε λ.χ. τον Αμερικανό πρέσβη πως «έχει μάθει από δύο έμπιστους αξιωματούχους του υπουργείου Εξωτερικών, που έχουν πρόσβαση στους φακέλους του Κυπριακού, πως ο [πρωθυπουργός] Κόλλιας θα προσφέρει στον [Τούρκο ομόλογό του] Ντεμιρέλ μια τροποποιημένη μορφή του Σχεδίου Ατσεσον, η οποία θα περιλαμβάνει μια κυρίαρχη τουρκική βάση στο νησί», και ότι, «σύμφωνα με αυτούς τους αξιωματούχους του ΥΠΕΞ, η χούντα προχωρά θεωρώντας πως ο Μακάριος θα δεχτεί απρόθυμα αυτό το είδος διακανονισμού. Η θεωρία είναι πως ο αρχιεπίσκοπος συνειδητοποιεί πως δεν έχει άλλη επιλογή επειδή, αν αρνηθεί, η χούντα θα τον ανατρέψει μέσω του ελληνικού στρατού στο νησί», ο Τάλμποτ δεν απέφυγε το παρακάτω σχόλιο κατά τη σχετική έκθεσή του προς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ (8.9.1967, No.1197, Απόρρητη, όπ.π., Box 127.2, έγγρ. 82):

«Μολονότι δεν μπορέσαμε ν’ αποτιμήσουμε την πληροφορία των δύο αξιωματούχων του ΥπΕξ, δεν θα μας προκαλούσε έκπληξη αν το παρόν καθεστώς πρόσφερε όντως στους Τούρκους κάποιο είδος κυρίαρχης βάσης στο νησί. Ηδη από τον περασμένο Μάιο ακούσαμε [2-3 λογοκριμένες λέξεις] πως ο συνταγματάρχης Παπαδόπουλος ανέθεσε στον Ν. Φαρμάκη να καταρτίσει σχέδιο για την Κύπρο βασισμένο στις προτάσεις Ατσεσον. Πιστεύουμε πως η χούντα διακατέχεται τώρα από ιδιαίτερο άγχος να πετύχει μια σημαντική νίκη που θα ενίσχυε τη θέση της στο εσωτερικό. Τα πεπραγμένα της μέχρι σήμερα δεν υπήρξαν εν γένει καθόλου εντυπωσιακά και, μολονότι δεν υπάρχει ακόμη καμιά αποτελεσματική αντίθεση στο καθεστώς, αυτό αναμφίβολα συνειδητοποιεί ότι δεν κερδίζει σε δημοτικότητα μεταξύ του πληθυσμού. Ενας διακανονισμός του Κυπριακού που θα αποκαλούνταν Ενωση από τον Τύπο και το ραδιόφωνο που ελέγχονται από την κυβέρνηση, θα μπορούσε ν’ αποτελέσει σημαντική τονωτική ένεση για τη χούντα.

Μολονότι η πρεσβεία μας στη Λευκωσία είναι φυσικά σε καλύτερη θέση απ’ ό,τι εμείς για να σχολιάσει τη θέση του Μακαρίου, είναι δύσκολο να πιστέψουμε πως η χούντα εργάζεται με βάση την πεποίθηση πως ο αρχιεπίσκοπος θα δεχθεί μια λύση τύπου Ατσεσον, λαμβάνοντας υπόψη όσα έχει πει τα τελευταία τρία χρόνια αντιτιθέμενος σε τουρκική βάση και υπέρ μιας “ανόθευτης Ενωσης”. Μέσω [λογοκριμένο] κι από τον ίδιο τον Φαρμάκη έχουμε ωστόσο ακούσει πως η χούντα θα ενεργούσε για την εκδίωξη του Μακαρίου αν αυτός ήταν αντίθετος σε μια ελληνοτουρκική συμφωνία για την Κύπρο. Αναρωτιόμαστε αν ο Ντεμιρέλ θα ήταν διατεθειμένος να εγκρίνει τώρα μια τέτοια ενέργεια, ενόψει του επικείμενου ταξιδιού του στη Μόσχα».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου