
Μετά το περσινό πογκρόμ με τη βοήθεια όλων των κρατικών ελεγκτικών μηχανισμών, οι «μακεδονομάχοι μας» εγείρουν και αυτό το καλοκαίρι ζήτημα «αλυτρωτικών» πανηγυριών σε χωριά στη δυτική και κεντρική Μακεδονία, δηλαδή, πανηγυριών με τραγούδια που – άκουσον, άκουσον – τολμούν να έχουν φωνητικά, και μάλιστα στη γλώσσα πολλών ντόπιων κατοίκων ή των προγόνων τους, η οποία αποκαλείται (ήδη προ εποχής Παύλου Μελά, αλλά και από τον ίδιο συγκεκριμένα) μακεδονική. Μέχρι στιγμής, οι «αρχές» κινούνται πιο συνεσταλμένα, γιατί από τη ΝΔ, προεκλογικά, πρέπει να γίνονται κινήσεις και προς το Κέντρο. Όμως, κανείς δεν ξέρει τι (σκάνδαλο) μπορεί να ξημερώσει και να χρειαστεί να πάει αλλού η ατζέντα. Πόσο μάλλον όταν το αυτονόητο δικαίωμα των κατοίκων να τραγουδούν στη γλώσσα τους ή τη γλώσσα των προγόνων τους ή σε όποια γλώσσα θέλουν, φέτος ασκείται σε περισσότερα χωριά.
Έχουμε ήδη κάνει λόγο σε περσινές ανακοινώσεις μας για τα ζητήματα αμοιβαιότητας που αυτόματα θα τίθονταν σε περίπτωση απαγόρευσης «αλυτρωτικών» τραγουδιών: δεν είναι μόνο ότι θα πλήρωναν άλλοι (π.χ. οι Έλληνες της Αλβανίας, που εξίσου τραγουδούν «αλυτρωτικά») τις φαεινές των «μακεδονομάχων μας», που και για αυτό το λόγο καθίστανται τζάμπα μάγκες. Θα προκαλούταν, επίσης, σοβαρό πρόβλημα σε σειρά διακρατικών σχέσεων της περιοχής, την ευθύνη για τη δημιουργία του οποίου δεν αντέχει η Ελλάδα, πόσο μάλλον αφού βρίσκεται σε φάση απομόνωσης και καταβαράθρωσης του κύρους της στα μάτια των λαών της οικουμένης, λόγω του βαθέματος της εξάρτησής της από τον ιμπεριαλισμό και ιδίως λόγω του φιλοσιωνισμού της κυβέρνησής της.
Έχουμε, επίσης, κάνει λόγο και για το «επιχείρημα» των «μακεδονομάχων μας» περί «εισαγόμενων αλυτρωτικών τραγουδιών»: πρώτα από όλα, οι πολιτιστικές ανταλλαγές εντός ενός έθνους ή εθνών ή εθνοτικών ομάδων που ζουν στην ίδια ή σε γειτονικές περιοχές είναι αναπόφευκτες. Διοικητικά σύνορα, πόσο μάλλον όσα τοποθετούνται κάποια αυθαίρετη στιγμή – ενώ έχουν ήδη υπάρξει οι σχετικές εθνογενέσεις – και με κριτήρια παντελώς άσχετα με την οικονομική, πολιτιστική ή εθνική πραγματικότητα, δεν μπορούν να διακόψουν αυτές τις ανταλλαγές. Δεύτερον, εισαγωγή δεν νοείται όταν, με δεδομένη την εκδίωξη τμήματος ενός πληθυσμού, οι πρόσφυγες είναι σε θέση να διαφυλάσσουν ανοιχτά, λόγω σχετικά πιο ελεύθερων συνθηκών εθνικής ανάπτυξης, μια πολιτιστική κληρονομιά. Το αν σε μια χώρα όπου κατέληξαν οι πρόσφυγες ένα τραγούδι παιζόταν ανοιχτά, ενώ στη χώρα που παρέμειναν επιζώντες των αποπειρών εθνοκάθαρσης επί δεκαετίες σιγοψιθυριζόταν ή και χάθηκε, όμως τώρα, χάρη στο διαδίκτυο και λόγω αδυναμίας συνεχούς και ανοιχτής καταστολής, τραγουδιέται πάλι ανοιχτά, δεν είναι εισαγωγή. Τρίτον, αλυτρωτικό δεν είναι ένα τραγούδι που μιλά για την προσφυγιά ή την εκδίωξη ή την καταπίεση (αυτό, αναφορικά με το «επιχείρημα» περί «πρόσφατων και μη παραδοσιακών» τραγουδιών). Δεν μπορούμε, λοιπόν, να έχουμε και την πίτα ολόκληρη και το σκύλο χορτάτο. Αν θέλουμε να μην ακούγεται κάτι που μπορεί να νομίζουμε ότι θεωρεί τη σημερινή Ελλάδα ή τους Έλληνες θύτες, δηλαδή, αν θέλουμε να αλλάξουν με το πέρασμα του χρόνου οι στίχοι (μια απόλυτα φυσιολογική διαδικασία), τότε, πολύ απλά, ας αλλάξουμε την ίδια την κατάσταση που διαιωνίζει την εγκυρότητά τους: ας πάψουμε να δημιουργούμε πρόσφυγες τρίτης, τέταρτης κλπ. γενιάς, ας σταματήσουμε την καταπίεση. Συν τοις άλλοις, γιατί η καταπίεση βολεύει τον ιμπεριαλισμό ώστε να κρατά την Ελλάδα εξαρτώμενη, να τη χρησιμοποιεί κατά πώς τον βολεύει και, στο τέλος, όπως έχουμε δει και το 1922 ή το 1974, να τη «ρίχνει». Απλούστατα, δεν γίνεται να είμαστε και φυσικοί δημιουργοί ενός προβλήματος και να θέλουμε όλοι οι άλλοι, ακόμα και τα θύματα, να κρύβουν σαν κι εμάς το πρόβλημα κάτω από το χαλάκι, ενώ ο κόσμος το ‘χει τούμπανο.
Θα σταθούμε, ωστόσο, στο φετινό ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της σκόνης που σηκώνουν οι ψευτοπατριώτες, όχι μόνο με αφορμή τα πανηγύρια, αλλά πλέον με ό,τι έχει σχέση είτε με τη Β. Μακεδονία είτε με την πολύμορφη αυτή κοινότητα συμπολιτών μας που περιλαμβάνει από αυτοπροσδιοριζόμενους (και δικαίωμά τους) εθνικά Μακεδόνες μέχρι και ακραιφνείς Έλληνες με γνώση της σλαβικής καταγωγής των προγόνων τους. Το χαρακτηριστικό αυτό είναι η όσο ποτέ άλλοτε ταυτόσημη επιχειρηματολογία των «μακεδονομάχων μας» με τους Μεγαλοβούλγαρους: ο πιο συνηθισμένος χαρακτηρισμός που αποδίδουν πλέον στους συμπολίτες μας που κάνουν το πιο φυσιολογικό πράγμα του κόσμου, να πάνε ή να χορέψουν στο πανηγύρι του χωριού τους, είναι αυτός του «Βούλγαρου». «Ψυχραιμότεροι», μάλιστα, «αναλυτές» του «μακεδονικού» από «ελληνική» (τάχα μου) σκοπιά, χαρακτηρίζουν συλλήβδην «Βούλγαρους» διάφορους πρωτεργάτες του εθνικού επαναστατικού κινήματος στη Μακεδονία. Στεκόμαστε στο φαινόμενο αυτό, γιατί είχε ενταθεί τα τελευταία χρόνια, μετά τη Συμφωνία των Πρεσπών, αλλά πλέον, έχουμε να κάνουμε με τέτοια ομοφωνία ωσάν να πρόκειται για «γραμμή» που προήλθε από non-paper.
Για τα ζητήματα εθνογένεσης (καθότι οι μεγαλοβουλγαρίζοντες «ελληνόψυχοι» αμφισβητούν την εθνική υπόσταση των γειτόνων και χιλιάδων συμπολιτών μας) δεν χρειάζεται να σταθούμε πολύ: Ακόμα κι αν δεχτεί κανείς ότι το ελληνικό έθνος γεννήθηκε με απόλυτη «καθαρότητα», όπως και να ‘χει, εθνογενέσεις δεν μπορούμε να κρίνουμε εξ ιδίων. Η εθνογένεση έχει πολλές μορφές: π.χ. με απόσπαση από ένα άλλο έθνος – όταν αλλάξουν οι αντικειμενικές συνθήκες για τμήμα του –, με ανάμειξη διαφόρων λαοτήτων στη βάση είτε μιας ντόπιας λαότητας είτε ακόμα και κάποιας που ήρθε αργότερα κοκ. Και, βέβαια, όλα τα έθνη, ανεξαρτήτως «αρχαιότητας», είναι ίσα σε δικαιώματα. Σε κάθε περίπτωση, το αν κάποιος δεν μπορεί να διανοηθεί τη γέννηση ή την ύπαρξη ενός έθνους είναι δικό του υποκειμενικό πρόβλημα, όχι του εκάστοτε έθνους, του οποίου η ύπαρξη είναι αντικειμενική. Είναι θέμα άλλης συζήτησης, φυσικά, η κατεύθυνση που αυτό μπορεί να πάρει κατά την ανάπτυξή του, με τα διάφορα εθνικά αφηγήματα, που μπορεί να αφήνουν χώρο και σε άλλα έθνη να υπάρχουν ή μπορεί να λειτουργούν – προς όφελος των ιμπεριαλιστών – αλληλοαποκλειόμενα (ας αναλογιστούμε, βέβαια, τότε, αν αυτό αφορά και το δικό μας εθνικό αφήγημα).
Ελλείψει, λοιπόν, επιχειρημάτων στοιχειώδους σοβαρότητας που δεν γυρίζουν μπούμερανγκ, απόλυτη είναι η σύμπτωση των επιχειρημάτων με το μεγαλοβουλγαρισμό (με μοναδική ίσως ιδιαίτερη απόχρωση την πρόσφατη «ανακάλυψη» περί «κρεολής» γλώσσας, όπως χαρακτηρίζουν μειωτικά τη μακεδονική. Βέβαια, με αυτό το «σκεπτικό», έτσι, θα έπρεπε να χαρακτηρίσουν όλες τις γλώσσες, συμπεριλαμβανομένης της ελληνικής). Μόνο που τους ξεφεύγει κάτι: να κοιτάξουν το χάρτη όπως θα τον ήθελαν και τα δυο διδυμάκια – Μεγαλοβούλγαροι και «μακεδονομάχοι μας», δηλαδή, χωρίς την Β. Μακεδονία:

Ο κίνδυνος απομόνωσης της χώρας είναι ολοφάνερος, ακόμα και με τεμαχισμένη τη Β. Μακεδονία από τους τέσσερις γείτονές της, όπως δείχνουν άλλοι ΑΙ χάρτες των «μακεδονομάχων μας». Όχι μόνο, λοιπόν, συμφέρει την Ελλάδα να υπάρχει Β. Μακεδονία, αλλά οτιδήποτε λιγότερο από άριστες σχέσεις μαζί της βλάπτει τη χώρα. Συνεπώς, οι «μακεδονομάχοι μας», ανεξαρτήτως κινήτρων, για άλλη μια φορά, με τη μάσκα του «πατριώτη», στρέφονται ευθέως ενάντια στα συμφέροντα της Ελλάδας, και, συγκεκριμένα, αποδεικνύονται οι μεγαλύτεροι υπηρέτες των ιμπεριαλιστών, οι οποίοι, για αυτό το λόγο, αφήνουν θέματα να σιγοβράζουν «για όποτε χρειαστεί».
Λέμε «αφήνουν» γιατί, πρώτα από όλα, και μόνο για να εγείρει ένα εξαρτώμενο από τους ιμπεριαλιστές κράτος όπως η Ελλάδα ένα ζήτημα και να το συζητήσει στα διάφορα φόρα πρέπει να έχει αποσπάσει εκ των προτέρων την άδειά τους. Εν προκειμένω, αρκεί να θυμίσουμε το ψήφισμα 814 στις 17/12/1954 της ΓΣ του ΟΗΕ (με την ψήφο και της Ελλάδας του δεξιού «πατριώτη» Παπάγου) να μη συζητήσει το Κυπριακό, που με τα χίλια ζόρια (με τις ψήφους κυρίως ΕΣΣΔ, Λαϊκών Δημοκρατιών και Αράβων και την αποχή του «συμμάχου μας» σιωνιστικού ψευδοκράτους) είχε γίνει εφικτό να εισαχθεί στην ημερήσια διάταξή της το 1954, καθώς και τη μη εισαγωγή του καν στην ημερήσια διάταξη το 1955 (γιατί μόνο οι ψήφοι ΕΣΣΔ, Λαϊκών Δημοκρατιών και Αράβων δεν έφταναν). Δεύτερον, οι ίδιοι οι ιμπεριαλιστές επιτρέπουν την παραβίαση των ίδιων των συνθηκών που πιέζουν να υπογράψουν οι εξαρτώμενες χώρες. Χαρακτηριστική είναι η Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία στο άρθρο 6 γράφει ότι: «Έκαστο Μέρος θα λάβει αμελλητί αποτελεσματικά μέτρα για να αποθαρρύνει και να αποτρέπει οποιεσδήποτε πράξεις από ιδιωτικές οντότητες που πιθανόν υποδαυλίζουν την βία, το μίσος ή την εχθρότητα εναντίον του άλλου μέρους», ότι «θα λάβει αμελλητί όλα τα απαραίτητα μέτρα που του παρέχει ο νόμος (…) θα αποτρέπει και θα αποθαρρύνει ενέργειες, περιλαμβανομένων των προπαγανδιστικών, από ιδιωτικές οντότητες που πιθανόν υποδαυλίζουν τον σωβινισμό, την εχθρότητα, τον αλυτρωτισμό και τον αναθεωρητισμό σε βάρος του άλλου Μέρους». Αυτό σημαίνει ότι οι «μακεδονομάχοι μας» θα έπρεπε ήδη να διώκονται, ακόμα και με τη δημιουργία ιδιαίτερου νόμου. Και, στις διεθνείς σχέσεις, δεν ισχύει το αν «το αυγό έκανε την κότα ή η κότα το αυγό». Δεν αποτελεί, δηλαδή, αποτελεσματική δικαιολογία το ότι «παραβιάζει τη Συμφωνία η Ελλάδα επειδή την παραβιάζει η Β. Μακεδονία». Όποιον θέλουν θα κατηγορήσουν και θα τιμωρήσουν οι ιμπεριαλιστές, αναλόγως των συμφερόντων τους τότε. Και όποιον θέλουν θα αφήσουν να την παραβιάζει.
Δεν είναι, όμως, μόνο το άρθρο 6. Η ίδια η ΕΕ, που χρηματοδοτεί το εκ νέου άνοιγμα του συνοριακού περάσματος Λαιμού Φλώρινας-Μάρκοβα Νόγκα, ανέχεται την καθυστέρηση ολοκλήρωσης των έργων από ελληνικής πλευράς (Η Β. Μακεδονία το Σεπτέμβρη θα είναι έτοιμη). Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ίδιος ο πρέσβης της ιμπεριαλιστικής ΕΕ στη Β. Μακεδονία είπε, χαριτολογώντας, και όχι τραβώντας αυτιά, ότι η Ελλάδα θα ολοκληρώσει τα έργα το Φλεβάρη του ’28, αν και ποτέ δεν ξέρεις γιατί «εδώ είναι Βαλκάνια». Προφανώς, υπάρχει και «κομματική» αλληλεγγύη των εκπροσώπων των κυρίαρχων δυνάμεων προς τον Μητσοτάκη, η κυβέρνηση του οποίου απέφυγε – για το φόβο διαρροών προς τα δεξιά – κάθε πλεονάζουσα συνάντηση (όπως π.χ. η απουσία οποιουδήποτε πολιτικού εκπροσώπου στην ελληνική επιχειρηματική αποστολή το Νοέμβρη, την οποία υποδέχτηκε ο ίδιος ο αντιπρόεδρος της γείτονος), όμως το κύριο είναι η ανοχή των ίδιων των δυτικών ιμπεριαλιστών σε αυτό το κακό επίπεδο διμερών σχέσεων. Γι’ αυτό το λόγο, όσον αφορά μια παράλληλη σχετική εξέλιξη, δεν θα ισχυριστούμε ότι το βουλγαρικό βέτο στην ένταξη της Β. Μακεδονίας στην ΕΕ ευνοεί μόνο τη Ρωσία.

Σε κάθε περίπτωση, καθήκον όλων των ελλήνων δημοκρατών, διεθνιστών και πατριωτών (χαρακτηρισμοί ταυτόσημοι) είναι η προστασία και ανάπτυξη τόσο των διμερών σχέσεων Ελλάδας-Β. Μακεδονίας, όσο και της προαναφερθείσας πολύπλευρης κοινότητας συμπολιτών μας. Απ’ αυτή την άποψη, δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε την απουσία – παρά το περσινό πογκρόμ – ανάδειξης του ζητήματος αυτού από συλλογικότητες (πλην ίσως μόνο της «Οικοδόμησης», η οποία ήταν παρούσα με σχετική αφίσα και βιβλίο), ακόμα και σε έναν φιλικό χώρο όπως το «Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ» στην Αθήνα (το οποίο, προς τιμήν του, κάλεσε τους Banda Entopica που ακόμα κυνηγιούνται από «μακεδονομάχους»). Το να τους ζητούσαμε να παρακολουθούν συστηματικά, έστω, το ζήτημα των πανηγυριών, δεν είναι «πολύ». Με μια ανάρτηση, πάντως, στα ΜΚΔ στην επέτειο της εκτέλεσης της πρώτης ελληνίδας υπηκόου για πολιτικούς λόγους, της Μίρκα Γκίνοβα (26/7/1946), την ώρα που κάποιοι καταπιεζόμενοι δίνουν μόνοι τους μάχες, ας μη νομίζουν ότι βγάζουν την υποχρέωση. Όσο για τους άμεσα ενδιαφερόμενους, τους καλούμε για άλλη μια φορά σε οργανωτική-πολιτική συγκρότηση, για μια μαχητική πολιτική ενότητά τους ως κοινότητα με τους έλληνες δημοκράτες: ενότητα, η οποία, προοπτικά, θα εκφράζεται μέσω και ενός κοινού-πανελλαδικού πολιτικού φορέα, που με συνέπεια και παντοιοτρόπως θα χτυπά τη βασική πηγή της καταπίεσής τους: τον ιμπεριαλισμό. Η «Οικοδόμηση» έχει ήδη καταθέσει τη σχετική πρότασή της.
Οικοδόμηση
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου