ΑΠΟ ΤΗ ΔΗΜΟΣΙΑ ΔΕΗ ΣΤΟΝ ΕΝΕΡΓΕΙΑΚΟ DEVELOPER
Η «ΠΡΑΣΙΝΗ» ΜΕΤΑΒΑΣΗ, ΤΑ ΑΙΟΛΙΚΑ, ΤΑ ΜΕΡΙΣΜΑΤΑ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΥΠΑΙΘΡΟΣ ΠΟΥ ΚΑΙΓΕΤΑΙ
Υπάρχει μια ερώτηση που πρέπει επιτέλους να τεθεί χωρίς επικοινωνιακά περιτυλίγματα:
Πώς μια επιχείρηση που δημιουργήθηκε για να υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον μετατρέπεται σε έναν πολυεθνικό ενεργειακό developer, με επενδυτικό σχέδιο δεκάδων δισεκατομμυρίων και μετόχους διεθνή επενδυτικά κεφάλαια;
Η σημερινή ΔΕΗ είναι αναμφισβήτητα οικονομικά ισχυρότερη από τη ΔΕΗ του 2019. Το 2025 ανακοίνωσε προσαρμοσμένο EBITDA €2 δισ. και καθαρά κέρδη €450 εκατ.
Όμως ακριβώς εδώ αρχίζει η πολιτική συζήτηση.
Γιατί κέρδη για την εταιρεία δεν σημαίνει αυτομάτως κοινωνικό όφελος ίσης έκτασης για τον ελληνικό λαό.
Το 2026 η ΔΕΗ ενέκρινε μέρισμα €0,60 ανά μετοχή, συνολικού ύψους περίπου €350 εκατ.
Και η μετοχική σύνθεση έχει αλλάξει δραματικά.
Το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει πλέον συνολικά 33,4% της ΔΕΗ, άμεσα και μέσω ΕΕΣΥΠ.
Η CVC, μετά την αύξηση κεφαλαίου του 2026, εμφανίζεται με συνολικά δικαιώματα ψήφου 17,17% μέσω των ελεγχόμενων οντοτήτων που γνωστοποίησε η ίδια η ΔΕΗ.
Άρα, όταν η ΔΕΗ μοιράζει €350 εκατ. μέρισμα, δεν μοιράζει χρήματα αποκλειστικά στο Δημόσιο.
Μοιράζει κέρδη σε όλους τους μετόχους.
Αυτό δεν είναι παράνομο.
Είναι όμως αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης πολιτικής επιλογής.
Της επιλογής να μετατραπεί η Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού σε εισηγμένο, διεθνοποιημένο ενεργειακό όμιλο.
Η ΔΕΗ ΔΕΝ ΘΕΛΕΙ ΠΛΕΟΝ ΑΠΛΩΣ ΝΑ ΠΑΡΑΓΕΙ ΡΕΥΜΑ
Θέλει να αναπτύσσει ενεργειακά assets.
Το νέο στρατηγικό σχέδιο μέχρι το 2030 προβλέπει περίπου €24 δισ. επενδύσεων, με στόχο η εγκατεστημένη ισχύς να φτάσει τα 24,3 GW και οι καθαρές ετήσιες προσθήκες να φτάνουν τα 2,4 GW, κυρίως από ΑΠΕ, ευέλικτη παραγωγή και αποθήκευση.
Αυτό είναι ακριβώς το μοντέλο του energy developer.
Αγοράζω.
Αναπτύσσω.
Αδειοδοτώ.
Κατασκευάζω.
Χρηματοδοτώ.
Λειτουργώ.
Και τελικά δημιουργώ ένα περιουσιακό στοιχείο που αποφέρει έσοδα και υπεραξία για δεκαετίες.
Μάλιστα, μόλις τον Ιούνιο του 2026 η ΔΕΗ ανακοίνωσε την εξαγορά 26 ανεμογεννητριών συνολικής ισχύος 107,1 MW σε Φθιώτιδα, Φωκίδα και Φλώρινα, ενώ ταυτόχρονα συμφώνησε να αποκτήσει το υπόλοιπο 51% σε 12 εταιρείες ειδικού σκοπού που αναπτύσσουν φωτοβολταϊκά συνολικής ισχύος 1.175 MW.
Αυτό δεν είναι πλέον απλώς «ΔΕΗ».
Είναι ένα τεράστιο επενδυτικό χαρτοφυλάκιο ενέργειας.
ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΠΛΗΡΩΝΕΙ ΤΗΝ «ΠΡΑΣΙΝΗ» ΜΕΤΑΒΑΣΗ;
Εδώ βρίσκεται το πραγματικό σκάνδαλο της συζήτησης — όχι απαραίτητα ένα παράνομο σκάνδαλο, αλλά ένα πολιτικό και οικονομικό ερώτημα που κανείς δεν θέλει να συζητήσει.
Η ανάπτυξη των ΑΠΕ δεν γίνεται σε οικονομικό κενό.
Στην Ελλάδα υπάρχουν μηχανισμοί λειτουργικής ενίσχυσης, όπως τα Feed-in Premiums, ενώ οι επιτυχόντες σε ανταγωνιστικές διαδικασίες συνάπτουν συμβάσεις λειτουργικής ενίσχυσης με τον ΔΑΠΕΕΠ.
Τον Ιούνιο του 2026, μάλιστα, το ΥΠΕΝ ανακοίνωσε νέα ρύθμιση ώστε συγκεκριμένοι παραγωγοί ΑΠΕ να συνεχίζουν να λαμβάνουν λειτουργική ενίσχυση ακόμη και σε ώρες μηδενικής τιμής στην αγορά.
Άρα το ερώτημα είναι απλό:
Όταν το κράτος δημιουργεί το θεσμικό και χρηματοδοτικό περιβάλλον, ποιος τελικά καρπώνεται τη δημιουργούμενη υπεραξία;
Ο πολίτης;
Ο παραγωγός;
Ο επενδυτής;
Ο μέτοχος;
Ή όλοι — και σε ποια αναλογία;
Αυτό πρέπει να αποκαλυφθεί με αριθμούς.
ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΗΡΘΑΝ ΟΙ ΦΩΤΙΕΣ
Εδώ η πολιτική συζήτηση γίνεται ακόμη πιο σοβαρή.
Δεν υπάρχει τεκμηριωμένη βάση για να ισχυριστεί κανείς συλλήβδην ότι «οι φωτιές μπαίνουν για να γίνουν ανεμογεννήτριες».
Υπάρχει όμως κάτι που πρέπει να ελέγχεται αμείλικτα:
Τι συμβαίνει με κάθε καμένη έκταση μετά την πυρκαγιά;
Ποιος είχε δικαιώματα γης;
Ποια έργα υπήρχαν πριν;
Ποια έργα εμφανίστηκαν μετά;
Ποιες αιτήσεις ΑΠΕ υπήρχαν;
Ποιες άδειες εκδόθηκαν;
Ποιοι δρόμοι διανοίχθηκαν;
Ποιοι υποσταθμοί σχεδιάστηκαν;
Ποια έργα μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας χωροθετήθηκαν;
Και κυρίως:
Ποιος κερδίζει από την αλλαγή της ενεργειακής αξίας μιας περιοχής;
Γιατί η φωτιά δεν σημαίνει αυτομάτως ότι μια δασική έκταση γίνεται διαθέσιμη για ανεμογεννήτριες. Το αντίθετο: το δασικό δίκαιο προβλέπει προστασία των καμένων εκτάσεων και αναδάσωση, ενώ το ΥΠΕΝ αναφέρει ρητά ότι οι εκτάσεις που καταστράφηκαν από πυρκαγιά και πληρούν τις προϋποθέσεις κηρύσσονται αναδασωτέες.
Άρα η πολιτική απαίτηση πρέπει να είναι ακόμη πιο σκληρή:
Κάθε καμένη περιοχή να χαρτογραφείται πριν και μετά τη φωτιά.
Να δημοσιοποιούνται όλες οι αιτήσεις ΑΠΕ.
Να συγκρίνονται οι ημερομηνίες.
Να ελέγχονται οι ιδιοκτησίες.
Να ελέγχονται οι άδειες.
Να ελέγχονται οι δρόμοι.
Να ελέγχονται οι γραμμές μεταφοράς.
Και να γνωρίζει ο πολίτης ποιος επενδύει και ποιος κερδίζει.
ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ «ΠΡΑΣΙΝΟ» ΕΠΕΙΔΗ ΕΧΕΙ ΠΑΝΩ ΤΟΥ ΑΝΕΜΟΓΕΝΝΗΤΡΙΑ
Και εδώ πρέπει να σταματήσει και ένας άλλος μύθος.
Η τεχνολογία των ΑΠΕ δεν είναι απλώς «η τεχνολογία των Γερμανών». Είναι ένα παγκοσμιοποιημένο βιομηχανικό σύστημα, με ευρωπαϊκούς, αμερικανικούς, κινεζικούς και άλλους προμηθευτές.
Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η εθνικότητα της ανεμογεννήτριας.
Είναι η ιδιοκτησία της ενεργειακής υποδομής.
Γιατί μπορεί να αντικαταστήσουμε το ρωσικό φυσικό αέριο με εισαγόμενο εξοπλισμό, διεθνές κεφάλαιο και ξένες αλυσίδες εφοδιασμού και στο τέλος να πανηγυρίζουμε ότι «απεξαρτηθήκαμε».
Από ποιον;
Και προς όφελος ποίου;
Η Ελλάδα δεν χρειάζεται μια πράσινη μετάβαση όπου η ύπαιθρος παραχωρείται, οι κορυφογραμμές γεμίζουν ανεμογεννήτριες, οι γραμμές μεταφοράς διασχίζουν βουνά, οι πολίτες πληρώνουν το κόστος και τα ενεργειακά assets μετατρέπονται σε χρηματοοικονομικές αξίες.
Χρειάζεται δημόσιο έλεγχο, κοινωνικό όφελος, φθηνή ενέργεια και πραγματική προστασία της γης.
Γιατί το μεγάλο ερώτημα της εποχής δεν είναι αν η ΔΕΗ έγινε κερδοφόρα.
Είναι τι ακριβώς κερδοφόρο μοντέλο δημιουργήσαμε.
Μια δημόσια επιχείρηση που έγινε ισχυρότερη για να υπηρετεί καλύτερα τον πολίτη;
Ή έναν ενεργειακό γίγαντα που αξιοποιεί την ελληνική γη, τις υποδομές, την ενεργειακή μετάβαση και τα διαθέσιμα χρηματοδοτικά εργαλεία για να δημιουργεί όλο και μεγαλύτερη αξία για το επενδυτικό κεφάλαιο;
Γιατί αν η απάντηση είναι το δεύτερο, τότε έχουμε ένα ιστορικό παράδοξο:
Η ΔΕΗ μπορεί να έγινε πλουσιότερη.
Το κράτος μπορεί να έγινε μικρότερος μέτοχος.
Οι επενδυτές μπορούν να έγιναν μεγαλύτεροι μέτοχοι.
Και η ελληνική ύπαιθρος να πληρώνει το περιβαλλοντικό τίμημα.
Αυτό δεν είναι απλώς ενεργειακή πολιτική.
Είναι αλλαγή ιδιοκτησίας της ίδιας της ενεργειακής Ελλάδας.
*Political Analyst
Biologist – PhD in Risk Assesment & Integrated Environmental Management
MSc in Integrated Coastal Zone Management
University of Crete
Regional Councilor of the Region of Central Greece
Regional Unit of Euboea

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου