Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Πανεπιστήμια στην υπηρεσία της πολεμικής οικονομίας – Το παράδειγμα του «στρατιωτικού – βιομηχανικού – ακαδημαϊκού συμπλέγματος» στη Βρετανία

Στα κράτη του ευρωατλαντικού μπλοκ τα πανεπιστήμια μετατρέπονται ολοένα και περισσότερο σε ερευνητικό γρανάζι της στρατιωτικής βιομηχανίας και της πολεμικής προπαρασκευής. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, στη σκιά της όξυνσης των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, διαμορφώνεται αυτό που έχει ονομαστεί «στρατιωτικό – βιομηχανικό – ακαδημαϊκό σύμπλεγμα» (military – industrial – academic complex – MIAC).

Η σύνδεση των πανεπιστημίων με την οικονομία του πολέμου δεν είναι βέβαια καινούργια. Οπως αναφέρει η έκθεση «Weaponising Universities» (Στρατιωτικοποίηση των πανεπιστημίων) της Campaign Against Arms Trade (CAAT), οι ιστορικές ρίζες αυτού του συμπλέγματος στη Βρετανία ανάγονται στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

«Ερευνητές από το Imperial College London συνέβαλαν στον πόλεμο καθιστώντας δυνατή την ανάπτυξη χημικών όπλων και υπήρξαν κάποτε κεντρικός κόμβος έρευνας για τα χημικά όπλα». Παράλληλα, «ερευνητές από τα Πανεπιστήμια του Birmingham και του Manchester διευκόλυναν την ανάπτυξη αεροσκαφών, υποβρυχίων και αρμάτων μάχης, ως μηχανικές συνεισφορές στην πολεμική προσπάθεια».

Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, τα πανεπιστήμια έγιναν ξανά κρίσιμα κέντρα επιστημονικής καινοτομίας για πολεμικούς σκοπούς, ωστόσο η «προσφορά» τους δεν περιορίστηκε στην έρευνα. Τα Βρετανικά Πανεπιστημιακά Σώματα Εκπαίδευσης Αξιωματικών μετέτρεψαν πάνω από 30.000 φοιτητές σε στρατιωτικό προσωπικό μέσα σε λίγους μήνες.
Το «χρυσό τρίγωνο»

Σήμερα, η σχέση αυτή έχει πάρει εντελώς διαφορετικές διαστάσεις. Η έκθεση της CAAT περιγράφει τη διαμόρφωση ενός «χρυσού τριγώνου» μεταξύ πανεπιστημίων, κυβερνήσεων και πολεμικής βιομηχανίας, μέσα από μια «ενεργή και ιστορική συνεργασία σε έργα έρευνας και ανάπτυξης με στρατιωτικούς ή διπλής χρήσης σκοπούς».

Η ιδιωτικοποίηση της Ανώτατης Εκπαίδευσης έχει ενισχύσει δραματικά αυτή τη σύνδεση, εξηγώντας σε μεγάλο βαθμό την πρεμούρα και της ελληνικής κυβέρνησης να «τρέξει» με ταχύτερους ρυθμούς τη μετατροπή των Πανεπιστημίων σε …«Ανώνυμες Εταιρείες», ώστε να διευκολύνονται οι μπίζνες με τους επιχειρηματικούς ομίλους, ανάμεσά τους και με τα μονοπώλια του πολέμου.

Οπως σημειώνει η CAAT: «Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, το Ηνωμένο Βασίλειο γνώρισε μία από τις βαθύτερες μειώσεις κρατικής χρηματοδότησης της εκπαίδευσης στην ΕΕ των 25, ενώ την περίοδο 2010-2016 επιβλήθηκαν σημαντικές περικοπές και στους προϋπολογισμούς. Αυτές οι εξελίξεις ενίσχυσαν περαιτέρω τα κίνητρα των πανεπιστημίων να προσφέρουν έρευνα που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της αμυντικής βιομηχανικής βάσης και της πολεμικής οικονομίας».

Σήμερα, με τη στροφή στην πολεμική οικονομία, όλο και περισσότερα ιδρύματα στρέφουν την Ερευνα στις ανάγκες της βιομηχανίας του πολέμου. Στη Βρετανία, η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να δαπανά 5% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος έως το 2035 για την «Αμυνα», η οποία εμφανίστηκε ως βασικός «τομέας ανάπτυξης» στην πρόσφατη βιομηχανική στρατηγική της κυβέρνησης του Εργατικού Κόμματος.
Στο όνομα της «προστασίας της χώρας»

Σύμφωνα με τον Αντ. Φινκελστάιν, πρόεδρο του City St George’s University of London και πρώην επιστημονικό σύμβουλο για την εθνική ασφάλεια της βρετανικής κυβέρνησης, τα πανεπιστήμια θα πρέπει να αυξήσουν τη συνεισφορά τους στις «αμυντικές ικανότητες» της Βρετανίας και να να προετοιμάσουν τους φοιτητές για εργασία σε αυτόν τον τομέα, ώστε να συμβάλουν «στην προστασία της χώρας».

Αποτελεί «θεμελιώδη ευθύνη της κοινότητας της επιστήμης και της τεχνολογίας, και όλων μας που εμπλεκόμαστε στην Ερευνα και την Εκπαίδευση, να συνεισφέρουμε στην άμυνα», έγραψε σε άρθρο του και πρόσθεσε: «Τα πανεπιστήμια είναι ουσιώδες να διατηρούν στενή συνεργασία με τις ένοπλες δυνάμεις μας και με κορυφαίες εταιρείες άμυνας».

Ο ίδιος υποστήριξε πως αυτό είναι πιο σημαντικό τώρα παρά ποτέ, εξαιτίας του «ολοένα και πιο επικίνδυνου παγκόσμιου περιβάλλοντος, στο οποίο πρέπει να τοποθετηθεί το Ηνωμένο Βασίλειο για να αποτρέψει, υπερασπιστεί και προσαρμοστεί».

«Η ευκαιρία είναι τεράστια», δηλώνει και ο Κρίστοφερ Φόγκγουιλ, εκτελεστικός κοσμήτορας της Σχολής Επιστήμης και Μηχανικής του Πανεπιστημίου του Πλίμουθ. Το πανεπιστημιακό ίδρυμα αποτελεί μέρος ενός αμυντικού συμπλέγματος που περιγράφεται ως «πλούσιο οικοσύστημα» στη βιομηχανική στρατηγική της βρετανικής κυβέρνησης, με πυρήνα το εργαστήριο Cyber-SHIP για τη ναυτική αυτονομία και την κυβερνοασφάλεια.
«Αμυνα όλου του έθνους»

Είχαν προηγηθεί δύο βασικές παρεμβάσεις τον Δεκέμβρη του 2025, από τον Αρχηγό του Επιτελείου Αμυνας, Ρίτσαρντ Νάιτον, και την αρχηγό της Υπηρεσίας Μυστικών Πληροφοριών, Μπλέις Μετεργουέλι. Ο πρώτος, μεταξύ άλλων, σκιαγράφησε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης επικινδυνότητας, υποστηρίζοντας ότι η χώρα εισέρχεται σε μια περίοδο όπου η ειρήνη δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη.

Κεντρικό μήνυμα ήταν η ανάγκη για συμμετοχή «όλου του έθνους» στην άμυνα, όπου η στρατιωτικές δυνατότητες συμπληρώνονται από τη βιομηχανία, την εκπαίδευση, τις υποδομές και την κοινωνία συνολικά, με στόχο την ενίσχυση της ετοιμότητας και της ικανότητας ταχείας κινητοποίησης απέναντι σε μελλοντικές «κρίσεις».

Η Μετεργουέλι, από την άλλη, περιέγραψε το παγκόσμιο περιβάλλον ως μια νέα εποχή όπου ο κόσμος κινείται σε έναν «χώρο ανάμεσα στην ειρήνη και τον πόλεμο», με τις παραδοσιακές δομές και τους κανόνες να αμφισβητούνται από την ταχύτητα της τεχνολογικής εξέλιξης και την επέκταση υβριδικών απειλών.

Τόνισε ότι οι απειλές πλέον δεν είναι μονοδιάστατες, αλλά συνδέονται μεταξύ τους – στρατιωτικές, τεχνολογικές, κοινωνικές, ηθικές – και πως η τεχνητή νοημοσύνη, η βιοτεχνολογία και άλλες προηγμένες τεχνολογίες μεταμορφώνουν τόσο τα εργαλεία όσο και τη φύση των συγκρούσεων.
Τεχνολογία και έρευνα «διττής χρήσης»

Κεντρικό ρόλο στη στρατιωτικοποίηση των πανεπιστημίων και της Ερευνας παίζει η έννοια της «διττής χρήσης» (dual-use). Πρόκειται για τεχνολογίες που μπορούν να έχουν τόσο πολιτικές, όσο και στρατιωτικές εφαρμογές.

Δύο μήνες μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, το ΝΑΤΟ ανακοίνωσε το πρόγραμμα DIANA (Defence Innovator Accelerator for the North Atlantic). Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που συνδέει πανεπιστήμια, βιομηχανία και κυβερνήσεις με εταιρείες start-up, προωθώντας τη μεταξύ τους συνεργασία σε τεχνολογίες διττής χρήσης (EDTs) που έχουν χαρακτηριστεί υψηλής προτεραιότητας από το ΝΑΤΟ.

Τέτοιες είναι η τεχνητή νοημοσύνη, η επεξεργασία μεγάλων δεδομένων, η βιοτεχνολογία, η Ενέργεια και η πρόωση, οι υπερηχητικές τεχνολογίες, ο διαστημικός τομέας, τα νέα υλικά και οι μέθοδοι παραγωγής, καθώς και οι τεχνολογίες που βασίζονται στην κβαντική τεχνολογία.

Το I-HUB του Imperial College London έχει αναδειχθεί σε ένα από τα δύο παγκόσμια «αρχηγεία» του DIANΑ. Μια έκθεση της Συμβουλευτικής Ομάδας του ΝΑΤΟ για τις EDTs σημειώνει ότι η έρευνα στην Ανώτατη Εκπαίδευση διαδραματίζει «σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη των τεχνολογιών διπλής χρήσης (EDTs). Συνεπώς, η καλλιέργεια στενών δεσμών με τον ιδιωτικό τομέα και την ακαδημαϊκή κοινότητα θεωρείται απαραίτητη για τη συμμετοχή του ΝΑΤΟ στις EDTs».
«Εθνικές προτεραιότητες»

Ο άλλοτε επιστημονικός σύμβουλος για την εθνική ασφάλεια της βρετανικής κυβέρνησης, βλέποντας πως η εμπλοκή των πανεπιστημίων στην πολεμική οικονομία προκαλεί μεγάλες αντιδράσεις από φοιτητές, εκπαιδευτικούς, ερευνητές και προσωπικό σε όλο τον κόσμο, καταλήγει στο άρθρο του:

«Κατανοώ ότι υπάρχουν συνάδελφοι που έχουν ηθικές επιφυλάξεις σχετικά με την άμυνα και ειδικότερα με την ανάπτυξη προηγμένων στρατιωτικών δυνατοτήτων (…) Η αμυντική έρευνα δεν είναι μια άβολη εξαίρεση στον ακαδημαϊκό σκοπό, αλλά μία από τις σοβαρότερες εκφράσεις του. Τα πανεπιστήμια πρέπει να επενδύσουν, να συνεργαστούν και να ηγηθούν στην αμυντική έρευνα με την ίδια σοβαρότητα που δείχνουμε σε άλλες εθνικές προτεραιότητες».

Το αφήγημα που προωθούν τα αστικά επιτελεία είναι ξεκάθαρο: Τα πανεπιστήμια καλούνται να συγχρονιστούν με τις «εθνικές προτεραιότητες», τις προτεραιότητες δηλαδή της αστικής τάξης, αφήνοντας στην άκρη κάθε «ηθική επιφύλαξη» και να ενταχθούν πλήρως στους μηχανισμούς της πολεμικής οικονομίας. Απαιτούν και εκβιάζουν φοιτητές, ερευνητές και ακαδημαϊκούς να δεχτούν ότι η προετοιμασία για τον πόλεμο είναι αναπόσπαστο μέρος της εκπαίδευσής τους, της δουλειάς τους.

Μιλούν και γράφουν για έναν κόσμο που κινείται «ανάμεσα στην ειρήνη και τον πόλεμο», όπου η ειρήνη δεν μπορεί πλέον να θεωρείται δεδομένη, και καλούν τους λαούς να προετοιμαστούν για «ταχεία κινητοποίηση» απέναντι σε μελλοντικές «κρίσεις». Προετοιμάζουν τη νεολαία να γίνει κρέας στα κανόνια των ιμπεριαλιστών, που λύνουν τις διαφορές τους με τα όπλα, σε συνέχεια της ειρήνης με το πιστόλι στον κρόταφο των λαών…

Πηγή: Ριζοσπάστης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου