
Του Γιώργου Κατημερτζή, μέλους του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ)
Η στρατιωτική κλιμάκωση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν τις τελευταίες εβδομάδες συνιστά μια από τις πιο επικίνδυνες γεωπολιτικές κρίσεις των τελευταίων ετών, όχι μόνο λόγω της έντασης των στρατιωτικών επιχειρήσεων αλλά κυρίως επειδή αναδεικνύει για ακόμη μια φορά τα όρια της στρατιωτικής ισχύος ως εργαλείου πολιτικής αναδιαμόρφωσης στη Μέση Ανατολή. Οι συντονισμένες αεροπορικές και πυραυλικές επιθέσεις που πραγματοποιήθηκαν εναντίον ιρανικών στρατιωτικών και πολιτικών στόχων είχαν αρχικά παρουσιαστεί ως μια επιχείρηση υψηλής ακρίβειας με περιορισμένο χρονικό ορίζοντα, η οποία θα μπορούσε να αποδυναμώσει καθοριστικά τη στρατηγική ισχύ της Τεχεράνης και ενδεχομένως να οδηγήσει ακόμη και σε πολιτική αποσταθεροποίηση του καθεστώτος. Ωστόσο, καθώς η σύγκρουση εισέρχεται σε μια πιο παρατεταμένη φάση, γίνεται ολοένα πιο εμφανές ότι η πραγματικότητα αποδεικνύεται πολύ πιο σύνθετη από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί από τους στρατηγικούς σχεδιαστές της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ.
Η πρώτη σημαντική ένδειξη αυτής της νέας πραγματικότητας ήρθε με την πρώτη δημόσια δήλωση του νέου ανώτατου ηγέτη του Ιράν, Μοτζτάμπα Χαμενεΐ, ο οποίος ανέλαβε την ηγεσία της χώρας μετά τη δολοφονία του πατέρα του, Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, κατά τη διάρκεια των επιθέσεων. Η δήλωση αυτή δεν είχε τον χαρακτήρα μιας τυπικής πολιτικής τοποθέτησης αλλά περισσότερο ενός ιδεολογικού και στρατηγικού μανιφέστου, το οποίο επιχείρησε να παρουσιάσει τη σύγκρουση με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ ως μια μακροχρόνια ιστορική αντιπαράθεση, στην οποία το Ιράν δεν πρόκειται να υποχωρήσει αλλά αντιθέτως θα επιδιώξει να μετατρέψει την πίεση που δέχεται σε πηγή πολιτικής και κοινωνικής συσπείρωσης. Η ιδιαίτερα συμβολική αναφορά στον πατέρα του, ο οποίος – σύμφωνα με τη ρητορική της δήλωσης – βρέθηκε νεκρός με «σφιγμένη γροθιά», λειτούργησε ως ένα μήνυμα ότι η νέα ηγεσία δεν πρόκειται να υιοθετήσει μια πιο συμβιβαστική στάση αλλά αντίθετα θα συνεχίσει, ίσως ακόμη πιο αποφασιστικά, την πολιτική της αντιπαράθεσης με τη Δύση.
Ένα από τα βασικά προβλήματα της στρατηγικής προσέγγισης των Ηνωμένων Πολιτειών φαίνεται να ήταν η υπόθεση ότι μια σειρά στοχευμένων επιθέσεων κατά της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας του Ιράν θα μπορούσε να προκαλέσει μια αλυσιδωτή αντίδραση πολιτικής αποσταθεροποίησης στο εσωτερικό της χώρας, οδηγώντας είτε σε εσωτερική εξέγερση είτε σε ανάδειξη μιας νέας ηγεσίας περισσότερο διατεθειμένης να διαπραγματευτεί με τη Δύση. Η υπόθεση αυτή, η οποία έχει επανεμφανιστεί πολλές φορές στην ιστορία των δυτικών παρεμβάσεων στη Μέση Ανατολή, βασίζεται στην ιδέα ότι η εξάλειψη του ηγετικού πυρήνα ενός καθεστώτος μπορεί να οδηγήσει σε πολιτική αποσύνθεση. Στην περίπτωση του Ιράν, όμως, αυτή η λογική φαίνεται να υποτίμησε τον βαθμό θεσμικής ανθεκτικότητας του ιρανικού πολιτικού συστήματος, το οποίο δεν βασίζεται αποκλειστικά σε ένα πρόσωπο αλλά σε ένα πολυεπίπεδο πλέγμα εξουσίας που περιλαμβάνει το θρησκευτικό κατεστημένο, τους Φρουρούς της Επανάστασης, τις υπηρεσίες ασφαλείας και ένα εκτεταμένο δίκτυο πολιτικών και στρατιωτικών θεσμών.
Αντί, λοιπόν, να οδηγήσουν σε αποσταθεροποίηση, οι επιθέσεις φαίνεται να έχουν ενισχύσει τη συνοχή του ιρανικού καθεστώτος, καθώς η νέα ηγεσία επιχειρεί να μετατρέψει την εξωτερική πίεση σε εργαλείο εσωτερικής πολιτικής συσπείρωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η ρητορική που υιοθετείται από την Τεχεράνη δείχνει μια σαφή μετατόπιση από το δόγμα της «στρατηγικής υπομονής», που χαρακτήριζε την προηγούμενη περίοδο, προς ένα νέο δόγμα που θα μπορούσε να περιγραφεί ως «διαρκής αντίσταση». Η βασική ιδέα αυτού του δόγματος είναι ότι το Ιράν δεν πρόκειται να επιδιώξει μια γρήγορη αποκλιμάκωση της σύγκρουσης αλλά αντίθετα θα επιχειρήσει να μετατρέψει την αντιπαράθεση σε έναν μακροχρόνιο πόλεμο φθοράς, στον οποίο θα αξιοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία ασύμμετρης ισχύος που διαθέτει.
Ένα από τα σημαντικότερα τέτοια εργαλεία είναι η γεωγραφική θέση του Ιράν και ειδικότερα η δυνατότητα επιρροής που ασκεί στα Στενά του Ορμούζ, έναν από τους σημαντικότερους θαλάσσιους διαδρόμους μεταφοράς πετρελαίου στον κόσμο. Η απειλή για περιορισμό ή ακόμη και προσωρινό κλείσιμο της ναυσιπλοΐας σε αυτή την περιοχή δημιουργεί σοβαρές πιέσεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας, καθώς ένα μεγάλο ποσοστό της παγκόσμιας διακίνησης πετρελαίου διέρχεται από τη συγκεκριμένη θαλάσσια οδό. Η δυνατότητα αυτή επιτρέπει στο Ιράν να μετατρέψει μια στρατιωτική σύγκρουση σε παγκόσμιο οικονομικό ζήτημα, αυξάνοντας έτσι το πολιτικό κόστος για τις δυτικές κυβερνήσεις που εμπλέκονται στη σύγκρουση. Παράλληλα, η στρατηγική του Ιράν βασίζεται και σε ένα ευρύ δίκτυο περιφερειακών συμμάχων και συνεργαζόμενων οργανώσεων, το οποίο εκτείνεται από τον Λίβανο και τη Συρία μέχρι το Ιράκ και την Υεμένη. Μέσω αυτού του δικτύου, η Τεχεράνη έχει τη δυνατότητα να επεκτείνει το πεδίο της σύγκρουσης πέρα από τα σύνορά της, δημιουργώντας πολλαπλά μέτωπα τα οποία δυσκολεύουν σημαντικά τον στρατηγικό σχεδιασμό των αντιπάλων της. Η ύπαρξη αυτών των δικτύων σημαίνει ότι οποιαδήποτε στρατιωτική επιχείρηση εναντίον του Ιράν δεν περιορίζεται σε μια διμερή αντιπαράθεση αλλά έχει τη δυνατότητα να μετατραπεί σε ευρύτερη περιφερειακή κρίση.
Ένα ακόμη κρίσιμο στοιχείο της σημερινής κρίσης αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, το οποίο εδώ και χρόνια αποτελεί την κύρια πηγή έντασης μεταξύ της Τεχεράνης και της Δύσης. Παρά τις εκτεταμένες επιθέσεις σε εγκαταστάσεις που σχετίζονται με το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου, το Ιράν εξακολουθεί να διαθέτει σημαντικά αποθέματα εμπλουτισμένου υλικού, ενώ πολλές από τις σχετικές εγκαταστάσεις βρίσκονται σε βαθιά υπόγεια συγκροτήματα που έχουν σχεδιαστεί ακριβώς για να αντέχουν σε αεροπορικούς βομβαρδισμούς. Υπό αυτές τις συνθήκες, υπάρχει ο κίνδυνος οι στρατιωτικές επιθέσεις όχι μόνο να μην εξαλείψουν το πυρηνικό πρόγραμμα αλλά αντίθετα να ενισχύσουν τα επιχειρήματα εκείνων στο εσωτερικό του ιρανικού καθεστώτος που θεωρούν ότι η απόκτηση πυρηνικών όπλων αποτελεί τη μοναδική αξιόπιστη εγγύηση για την επιβίωση της χώρας απέναντι σε εξωτερικές στρατιωτικές απειλές.
Το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα για τις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ότι η στρατηγική αυτή φαίνεται να στερείται ενός σαφούς πολιτικού σχεδίου για την επόμενη ημέρα. Η ιστορία των αμερικανικών επεμβάσεων στη Μέση Ανατολή, από το Ιράκ μέχρι το Αφγανιστάν, δείχνει ότι η στρατιωτική ισχύς μπορεί να καταστρέψει στρατιωτικές δυνατότητες αλλά σπάνια είναι αρκετή για να διαμορφώσει βιώσιμες πολιτικές ισορροπίες. Η απουσία ενός σαφούς σχεδίου για τη διαχείριση των πολιτικών συνεπειών της σύγκρουσης δημιουργεί τον κίνδυνο η σημερινή κρίση να εξελιχθεί σε έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς, στον οποίο καμία πλευρά δεν θα μπορέσει να επιτύχει μια γρήγορη και αποφασιστική νίκη.
Εάν αυτή η δυναμική συνεχιστεί, η σύγκρουση μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν ενδέχεται να μετατραπεί σε μια μακροχρόνια γεωπολιτική αντιπαράθεση που θα επηρεάσει όχι μόνο τη σταθερότητα της Μέσης Ανατολής αλλά και τη λειτουργία της παγκόσμιας οικονομίας. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το βασικό ερώτημα δεν θα είναι πλέον ποια πλευρά κέρδισε τις πρώτες στρατιωτικές αναμετρήσεις, αλλά ποια διαθέτει τη μεγαλύτερη πολιτική, οικονομική και κοινωνική αντοχή για να αντέξει τις συνέπειες μιας σύγκρουσης που μπορεί να διαρκέσει χρόνια.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου