
Ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης παρουσιάζεται ως μια «μεγάλη μεταρρύθμιση» που θα φέρει αποτελεσματικότητα, ταχύτητα στις αποφάσεις και καλύτερη διοίκηση στους δήμους και τις περιφέρειες. Όμως πίσω από τις ωραίες λέξεις περί «εκσυγχρονισμού» και «κυβερνησιμότητας», διαμορφώνεται κάτι πολύ πιο βαθύ και επικίνδυνο: ένα μοντέλο τοπικής εξουσίας λιγότερο δημοκρατικό, περισσότερο συγκεντρωτικό και ουσιαστικά ελεγχόμενο από το κεντρικό κράτος.
Το πιο σοβαρό πλήγμα είναι η κατάργηση του δεύτερου γύρου των αυτοδιοικητικών εκλογών.
Ας μιλήσουμε καθαρά.
Με το νέο σύστημα, ένας δήμαρχος θα μπορεί να εκλέγεται ακόμη και με πραγματική εκλογική επιρροή που ξεκινά από ποσοστά της τάξης του 23%-25%, μέσω της λεγόμενης «συμπληρωματικής» ή «εναλλακτικής» ψήφου. Δηλαδή, χωρίς δεύτερη λαϊκή κρίση, χωρίς νέα πολιτική αναμέτρηση, χωρίς ξεκάθαρη πλειοψηφική νομιμοποίηση.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;
Ότι σε έναν δήμο με πέντε ή έξι ισχυρούς συνδυασμούς, κάποιος μπορεί να αναδειχθεί πρώτος με ένα σχετικά χαμηλό ποσοστό, να συγκεντρώσει δεύτερες προτιμήσεις μέσα από προεκλογικές συμφωνίες μηχανισμών και τελικά να διοικήσει έναν ολόκληρο τόπο, παρότι ενδεχομένως να μην τον επέλεξε ούτε ένας στους τέσσερις πολίτες ως πρώτη επιλογή.
Κι όμως, αυτός ο δήμαρχος δεν θα είναι απλώς δήμαρχος.
Θα αποκτά – μέσω του ίδιου εκλογικού συστήματος – υπερενισχυμένη πλειοψηφία στα δημοτικά συμβούλια. Μια μειοψηφική εκλογική βάση θα μετατρέπεται σε διοικητική κυριαρχία. Λιγότερη κοινωνική στήριξη, περισσότερη εξουσία.
Αυτό δεν είναι απλή θεσμική αλλαγή.
Είναι μεταβολή της ίδιας της έννοιας της δημοκρατικής νομιμοποίησης.
Μέχρι σήμερα, ο δεύτερος γύρος αποτελούσε μια κορυφαία δημοκρατική στιγμή. Οι πολίτες επανεκτιμούσαν επιλογές, συγκρίνονταν προγράμματα, σχηματίζονταν δημόσιες πολιτικές συγκλίσεις, γίνονταν ανοιχτές δεσμεύσεις. Η δεύτερη Κυριακή δεν ήταν μια «πολυτέλεια». Ήταν το φίλτρο κοινωνικής νομιμοποίησης της εξουσίας.
Τώρα, όλα αυτά αντικαθίστανται από μια τεχνική διαδικασία μεταφοράς ψήφων.
Η πολιτική διαβούλευση μεταφέρεται από την κοινωνία στους μηχανισμούς.
Οι δημόσιες συγκλίσεις αντικαθίστανται από παρασκηνιακές διευθετήσεις.
Οι πολίτες δεν θα παρακολουθούν πλέον δύο εβδομάδες πολιτικού διαλόγου ανάμεσα στους επικρατέστερους. Θα καλούνται από την πρώτη στιγμή να «προβλέψουν» δεύτερες επιλογές, σε ένα πιο σύνθετο σύστημα που ευνοεί όσους διαθέτουν οργανωμένο δίκτυο επιρροής.
Κερδίζει τελικά ο πιο πειστικός;
Ή ο πιο δικτυωμένος;
Σε κοινωνίες όπως η ελληνική, όπου εξακολουθούν να λειτουργούν πελατειακά δίκτυα, οικονομικές εξαρτήσεις, οικογενειακές επιρροές και ανισότητες πρόσβασης στην ενημέρωση, τέτοια συστήματα τείνουν να ενισχύουν τους ήδη ισχυρούς μηχανισμούς.
Και το πρόβλημα δεν σταματά εδώ.
Ο νέος Κώδικας δεν διορθώνει τις θεσμικές στρεβλώσεις των τελευταίων ετών. Τις παγιώνει.
Δήμαρχοι που δεν πείθουν ούτε τους μισούς πολίτες αποκτούν τεχνητές πλειοψηφίες 60%-65% στα δημοτικά συμβούλια. Η αντιπολίτευση περιορίζεται. Η λογοδοσία αποδυναμώνεται. Οι αποφάσεις συγκεντρώνονται σε στενούς κύκλους διοίκησης.
Και όλα αυτά τη στιγμή που η ίδια η Αυτοδιοίκηση παραμένει οικονομικά εξαρτημένη και διοικητικά επιτηρούμενη.
Ποια αυτοδιοίκηση υπάρχει όταν οι Κεντρικοί Αυτοτελείς Πόροι παρακρατούνται διαχρονικά και από δισεκατομμύρια που προβλέπονται στους δήμους αποδίδεται μόνο το 1/3 (από 8 δις αποδίδονται λιγότερα από 3 δις);
Ποια αποκέντρωση υπάρχει όταν οι δήμοι καλούνται να λειτουργήσουν χωρίς επαρκές μόνιμο προσωπικό, εξαρτώμενοι από συμβασιούχους και προγράμματα προσωρινής απασχόλησης;
Ποια αυτονομία υπάρχει όταν η Αποκεντρωμένη Διοίκηση παραμένει ως το μακρύ χέρι του κράτους, όταν οι τοπικές αποφάσεις συχνά αποκτούν γνωμοδοτικό και όχι αποφασιστικό χαρακτήρα και όταν οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν είναι πραγματικά ανεξάρτητοι από την κεντρική εξουσία;
Αυτό δεν είναι αποκέντρωση.
Είναι αποσυγκέντρωση ευθυνών με συγκέντρωση εξουσίας.
Ο δήμος φορτώνεται αρμοδιότητες χωρίς τους αντίστοιχους πόρους, χωρίς προσωπικό, χωρίς πραγματική θεσμική αυτοτέλεια.
Την ίδια στιγμή, το άρθρο 312 του νέου Κώδικα δημιουργεί ένα ακόμη κρίσιμο ζήτημα: τον έμμεσο καθορισμό της τοπικής ανάπτυξης από το κεντρικό κράτος.
Τα στρατηγικά σχέδια των δήμων συνδέονται πλέον με εθνικούς σχεδιασμούς, χωροταξικά πλαίσια, χρηματοδοτικά εργαλεία και κρατικές πολιτικές. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ένας τόπος που θέλει να στηρίξει αγροτική παραγωγή, κοινωνική οικονομία, προστασία φυσικού περιβάλλοντος ή ήπια ανάπτυξη, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με επιλογές που αποφασίζονται «από τα πάνω» και οι οποίες να θέλουν το γνωστό story: ΑΠΕ μέχρι να μην βλέπουμε τον ήλιο!
Ανάπτυξη όχι με βάση τις ανάγκες της τοπικής κοινωνίας, αλλά με βάση τις προτεραιότητες ενός επιτελικού κράτους.
Και εδώ βρίσκεται η μεγαλύτερη αντίφαση.
Η κυβέρνηση μιλά για ισχυρούς δήμους, αλλά δεν προχωρά σε πραγματική φορολογική αποκέντρωση. Απλά θέλει να κάνει τους Δήμους Φοροεισπράκτορες με τα νέα δημοτικά τέλη – τύπου νέου ΕΝΦΙΑ, ονομάζοντάς τέλος τοπικής ανάπτυξης…
Μιλά για αποτελεσματικότητα, αλλά δεν δημιουργεί αλγόριθμο αντικειμενικής χρηματοδότησης των ΟΤΑ με βάση πληθυσμό, ορεινότητα, γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά, κοινωνικές ανάγκες και υποδομές.
Μιλά για ανάπτυξη, αλλά δεν εξασφαλίζει μόνιμο εξειδικευμένο προσωπικό ώστε οι δήμοι να μπορούν να διεκδικούν ανταγωνιστικά προγράμματα και όχι να εξαρτώνται αποκλειστικά από ΕΣΠΑ και αποσπασματικές χρηματοδοτήσεις.
Μιλά για κοινωνική συνοχή, αλλά δεν τολμά μια μεγάλη εθνική στρατηγική κοινωνικής κατοικίας μέσω των δήμων για νέους, άστεγους, γιατρούς, δασκάλους και εργαζόμενους σε απομακρυσμένες περιοχές.
Αυτό που χρειάζεται η χώρα δεν είναι δήμαρχοι του 23% με υπερεξουσίες.
Χρειάζεται ισχυρή Αυτοδιοίκηση με πραγματική κοινωνική νομιμοποίηση, μόνιμους πόρους, θεσμική ανεξαρτησία, ελεγκτικούς μηχανισμούς και δημοκρατικό προγραμματισμό από κάτω προς τα πάνω.
Γιατί επιτελικό κράτος δεν σημαίνει ένα κέντρο που αποφασίζει τα πάντα.
Σημαίνει εθνική στρατηγική, διαφάνεια, έλεγχο και ισχυρές τοπικές κοινωνίες που συνδιαμορφώνουν το μέλλον τους στα πλαίσια μιας Νέας «Εταιρικής» Διακυβέρνησης.
Το πραγματικό ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν ο νέος Κώδικας είναι «γρήγορος» ή «λειτουργικός».
Το ερώτημα είναι βαθιά πολιτικό και βαθιά δημοκρατικό:
Θέλουμε Δήμους δημοκρατικής νομιμοποίησης ή σύγχρονες αυτοδιοικητικές «νομαρχίες Μαυρογυαλούρων», όπου λίγοι αποφασίζουν, οι πολλοί απλώς ενημερώνονται και η κοινωνία καλείται να χειροκροτεί αποφάσεις που έχουν ήδη ληφθεί;
*Δρ. Βασίλης Λύκος
Political Analyst
Biologist – PhD in Risk Assesment & Integrated Environmental Management
MSc in Integrated Coastal Zone Management
University of Crete
Regional Councilor of the Region of Central Greece
Regional Unit of Euboea
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου